Παγκόσμιοι πόλεμοι


Παγκόσμιοι πόλεμοι
Οι δύο πόλεμοι, ο A» Παγκόσμιος πόλεμος (1914-18) και ο B» Παγκόσμιος πόλεμος (1939-45), στους οποίους συμμετείχαν οι κυριότερες δυνάμεις του κόσμου. Α’ Παγκοσμιος πόλεμος. Ποτέ, στην υπερχιλιετή ιστορία της, η Ευρώπη δεν έφτασε σε τόσο υψηλό επίπεδο ευημερίας και πολιτισμού όπως στις αρχές του 20ού αι. Προσέφερε, σχεδόν παντού στις νέες γενιές, ισχυρή οικονομία, κοινωνικές βάσεις σε προοδευτική και γρήγορη ανάπτυξη, και όλο και περισσότερο ισχυρούς δημοκρατικούς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Η επιστήμη άνοιξε νέους και απρόβλεπτους ορίζοντες (ηλεκτρικό ρεύμα, φτηνή θέρμανση, τηλέγραφος, τηλέφωνο, κινηματογράφος). Στον σιδηρόδρομο προστέθηκαν νέα μεταφορικά μέσα, όπως το ποδήλατο, το αυτοκίνητο και το αεροπλάνο. Ο πολιτισμός αναπτύχθηκε γρήγορα με τη διάδοση του Tύπου (που έγινε πλούσιος σε ύλη και φτηνός εξαιτίας του συναγωνισμού των εκδοτών) όπως και με το θέαμα, το οποίο γινόταν ολοένα και πιο προσιτό στις λαϊκές μάζες. Τα πολιτικά ζητήματα της εποχής εκείνης διεκπαιραιώθηκαν, λιγότερο ή περισσότερο επιτυχώς, με διεθνείς συμφωνίες. Μία ολόκληρη ήπειρος, η Αφρική, μοιράστηκε χωρίς μεγάλες δυσκολίες και χωρίς να προκαλέσει πολέμους. Οι οργανισμοί και οι άλλες διεθνείς συμφωνίες που έγιναν στα χρόνια αυτά, όπως η Διεθνής Ταχυδρομική Ένωση, η σύμβαση για τα συγγραφικά δικαιώματα, το Διεθνές Γραφείο Yγιεινής κ.ά. αποτέλεσαν ισχυρούς δεσμούς, που συνέδεαν τις ευρωπαϊκές χώρες μεταξύ τους. Υπήρχαν, βέβαια λόγοι προστριβών και διεκδικήσεις ανάμεσα στα κράτη: η Γαλλία σκεφτόταν πάντα τις ανατολικές περιοχές που προσάρτησαν οι Γερμανοί· η Γερμανία δεν ήταν ικανοποιημένη από το αποικιακό μερίδιό της· η Ρωσία εποφθαλμιούσε τον Βόσπορο και τα Δαρδανέλλια· η Ιταλία διεκδικούσε το Τρεντίνο και την Τεργέστη· η Αυστρία ήθελε να περιορίσει τη Σερβία· η Ρουμανία ζητούσε την Τρανσυλβανία από την Ουγγαρία και τη Βεσαραβία από τη Ρωσία· η Βουλγαρία αισθανόταν ταπεινωμένη μετά την ήττα της στον B» Bαλκανικό πόλεμο. Καμιά όμως από τις διεκδικήσεις αυτές κατάφερε να ικανοποιηθεί χωρίς πόλεμο και κανείς στην πραγματικότητα δε σκεφτόταν να απειλήσει εκτός, ίσως, από την πάνοπλη Γερμανία του Γουλιέλμου B» και τη σύμμαχό της Αυστροουγγαρία, που ήταν, όπως φαίνεται, περισσότερο προετοιμασμένη ψυχολογικά. Η Ευρώπη μπορούσε, λοιπόν, να αντιμετωπίζει με εμπιστοσύνη το μέλλον και όλες οι ελπίδες προσφέρονταν στους νέους της εποχής (αυτούς που γεννήθηκαν στην τελευταία δεκαετία του 19ου αι.) την περίφημη ευτυχισμένη γενιά, όπως ονομαζόταν τότε. Η κρίση του Ιουλίου 1914. Η ανερχόμενη καμπύλη της ευημερίας και του πολιτισμού της ηπείρου κόπηκε απροσδόκητα από ένα έγκλημα. Στις 28 Ιουνίου 1914, ο αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος, διάδοχος του αυστριακού θρόνου δολοφονήθηκε στο Σεράγεβο από τον νεαρό Βόσνιο Γκαβρίλο Πρίντσιπ. Αν και δεν ήταν φανερή η άμεση συμμετοχή της Σερβίας και της Μαύρης Χειρός, η αυστροουγγρική κυβέρνηση, υπό την πίεση της λαϊκής αγανάκτησης και βέβαιη πως έχει τη γερμανική υποστήριξη, έστειλε στις 23 Ιουλίου ένα αυστηρότατο τελεσίγραφο στη Σερβία, το οποίο περιελάμβανε 10 άρθρα που, αν γίνονταν δεκτά, θα έκαναν τη σλαβική αυτή χώρα σχεδόν υποτελή της Αυστρίας. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση του Γουλιέλμου B», χωρίς πολλή σκέψη, προσέφερε στην Αυστρία απόλυτη υποστήριξη. Η έκρηξη του A» Παγκοσμίου πολέμου έγινε με αλυσιδωτή αντίδραση. Το πρώτο χτύπημα το έδωσε η Αυστροουγγαρία στις 28 Ιουλίου (αν και η Σερβία αποδέχτηκε 7 από τα 10 σημεία), όταν κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της χώρας των δολοφόνων. Η σοβαρή απόφαση του Φραγκίσκου Ιωσήφ κλόνισε βαθύτατα τη βαλκανική ισορροπία, θίγοντας άμεσα τα συμφέροντα και τα αισθήματα της Ρωσίας προς τους συγγενείς της σλαβικούς λαούς. Επιπλέον, ο τουρκικός στρατός (η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν από παράδοση εχθρική προς τη Ρωσία) είχε Γερμανούς αξιωματικούς ως εκπαιδευτές, και στον θρόνο της Αλβανίας καθόταν Γερμανός πρίγκιπας. Ο τσάρος διέταξε προληπτική κινητοποίηση (30 Ιουλίου) αλλά, την 1η Αυγούστου, η Γερμανία (πιστή στις αρχές της) κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας. Τις ημέρες αυτές, η Μεγάλη Βρετανία ανέπτυξε εξαιρετική διπλωματική δραστηριότητα, υποβάλλοντας διάφορες προτάσεις για τη διευθέτηση της διαφοράς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αντίθετα μάλιστα, οι κινήσεις αυτές δημιούργησαν στους Γερμανούς την εντύπωση ότι η Μεγάλη Βρετανία δεν θα επενέβαινε στον πόλεμο. Η γαλλική κινητοποίηση, μετά από μια γερμανική επίδειξη, προκάλεσε νέα κήρυξη πολέμου εκ μέρους της Γερμανίας. Στις 3 Αυγούστου, η πανίσχυρη γερμανική πολεμική μηχανή εισέβαλε στο ουδέτερο Βέλγιο, με σκοπό να χτυπήσει από τα πλάγια τον γαλλικό στρατό. Στο σημείο αυτό, η Μεγάλη Βρετανία διέκοψε τις προσπάθειές της και βγήκε και αυτή (4 Αυγούστου) στον πόλεμο. Την επομένη κήρυξε και η Αυστροουγγαρία τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας. Η Αντάντ συμμετείχε επίσης, ένα όμως μέλος της Τριπλής Συμμαχίας, η Ιταλία, εξακολουθούσε να απέχει. Οι όροι της συνθήκης δεν παραβιάστηκαν, γιατί ούτε η Αυστροουγγαρία ούτε η Γερμανία συμβουλεύτηκαν την Ιταλία, φοβούμενες τις διεκδικήσεις που αυτή θα προέβαλλε. Έτσι, στις 2 Αυγούστου, η Ιταλία ανήγγειλε την ουδετερότητά της. Ο πόλεμος. Η Γερμανία θα μπορούσε να χτυπήσει τη Ρωσία, η οποία βρισκόταν ακόμα στο στάδιο της κινητοποίησης, αλλά ο αρχηγός του επιτελείου της φον Μόλτκε ο νεότερος (ακολουθώντας, σε γενικές γραμμές, το σχέδιο που επεξεργάστηκε στις αρχές του αιώνα ο προκάτοχός του φον Σλίφεν) προτίμησε να ξεκαθαρίσει πρώτα τον πόλεμο στο δυτικό μέτωπο, με σκοπό να ρίξει ύστερα εναντίον του κολοσσού με τα πήλινα πόδια όλο το βάρος της γερμανικής πολεμικής μηχανής. Οι Γερμανοί, επωφελούμενοι από τα μεγάλα λάθη υπολογισμού που διέπραξε το γαλλικό επιτελείο, και με ένα ατελές στρατηγικό σχέδιο, προήλασαν μέχρι το Παρίσι, ενώ η γαλλική κυβέρνηση έφευγε στο Μπορντό (2 Σεπτεμβρίου). Παρ» όλες όμως τις σοβαρές απώλειες που υπέστη ο γαλλικός στρατός, ο στρατηγός Ζοφρ κατόρθωσε, ύστερα από μια μεγάλη αμυντική μάχη (6-14 Σεπτεμβρίου 1914), να αναχαιτίσει τους Γερμανούς στον ποταμό Μάρνη και να τους απωθήσει μέχρι το Σομ. Η εξαιρετική τιμή στον στρατηγό Ζοφρ οφείλεται κυρίως στο ότι κατόρθωσε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στον στρατό του που υποχωρούσε, κερδίζοντας κατ» αυτόν τον τρόπο μια μάχη η οποία, στην ουσία, έκρινε την τύχη του πολέμου. Για να βοηθήσουν οι Pώσοι το πιεζόμενο γαλλικό μέτωπο εξαπέλυσαν επίθεση, αν και ήταν απροετοίμαστοι. Τα λίγα γερμανικά στρατεύματα, που κάλυπταν το μέτωπο, υποχώρησαν, εκθέτοντας σε κίνδυνο εισβολής την ανατολική Πρωσία. Τότε, ένας μεγάλος σε ηλικία Πρώσος αξιωματικός, απόστρατος πια, ανέλαβε την αρχηγία των στρατευμάτων στον τομέα αυτόν και, εκμεταλλευόμενος θαυμάσια την τέλεια γνώση του εδάφους και με τη βοήθεια ενός νεότατου και σχεδόν αυτοσχέδιου επιτελείου, προκάλεσε δύο σοβαρές ήττες στους Ρώσους, στο Τάνενμπεργκ (27-30 Αυγούστου) και στα Μαζουριανά έλη (7-15 Σεπτεμβρίου). Η απαλλαγή από την απειλή της εισβολής έκανε ξαφνικά διάσημη τη δυάδα Χίντενμπουργκ - Λούντεντορφ. Παρ» όλα αυτά, την ίδια μέρα της μάχης του Μάρνη, οι Ρώσοι σημείωναν λαμπρή νίκη εναντίον των Αυστριακών στο Λέμπεργκ (Λβοφ). Στο μεταξύ, στις 15 Αυγούστου 1914, η Ιαπωνία, μετά από συμφωνίες που έκανε παλαιότερα με τη Μεγάλη Βρετανία, έστειλε στη Γερμανία ένα τελεσίγραφο, στη λήξη του οποίου κήρυξε τον πόλεμο (23 Αυγούστου 1914). Το αποτέλεσμα ήταν νέα μείωση της ευρωπαϊκής επιρροής στην Κίνα. Τα ιαπωνικά στρατεύματα κατέλαβαν γρήγορα το Κιαοτσόου και τα νησιά Μάρσαλ. Το αντίθετο έκανε, ύστερα από επίμονες γερμανικές πιέσεις και μετά από το τολμηρό και έξυπνο γερμανικό εγχείρημα, όπως ήταν ο βομβαρδισμός της Οδησσού, η Oθωμανική αυτοκρατορία. Αυτό αποτέλεσε σκληρό πλήγμα για την Αντάντ, και κυρίως για τη Ρωσία που, ενώ πιεζόταν επικίνδυνα, έβλεπε με ανησυχία vα ανοίγεται νέο μέτωπο στον Καύκασο. Τώρα ήταν η σειρά των Δυτικών να τρέξουν σε βοήθεια της Ρωσίας με την απόπειρα (η οποία απέτυχε) να παραβιάσουν τα Δαρδανέλλια (Φεβρουάριος 1915 - Ιανουάριος 1916). Αλλά η είσοδος στον πόλεμο της Οθωμανικής πλευράς απειλούσε σοβαρά και τη Bρετανική αυτοκρατορία. Από τον Φεβρουάριο έως τον Αύγουστο, 4 φορές οι Άγγλοι αντιμετώπισαν απειλητικές επιθέσεις προς το Σουέζ και ο στρατός τους στη Μεσοποταμία αναγκάστηκε να παραδοθεί (Απρίλιος 1916). Τους πρώτους μήνες του πολέμου, η Ρώμη έγινε το κέντρο ενός σκληρού διπλωματικού παιχνιδιού μεταξύ των αντιπροσώπων των εμπόλεμων δυνάμεων και της κυβέρνησης Σαλάντρα, που τελικά, έπειτα από τις αναβολές των Αυστριακών, υπέγραψε με την Αντάντ το Σύμφωνο του Λονδίνου (26 Απριλίου 1915). Tο σύμφωνο αυτό εγγυόταν στην Ιταλία το Τρεντίνο μέχρι το Μπρένεφ, την Τεργέστη, την Ιστρία και τις Δαλματικές ακτές μέχρι το Πούντα Πλάνκα (εκτός από το Φιούμε), και επιπλέον ακαθόριστες παραχωρήσεις στην Αφρική. Στις 23 Μαΐου 1915 κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Αυστροουγγαρίας (όχι όμως της Γερμανίας, εναντίον της οποίας ο πόλεμος κηρύχθηκε στις 27 Αυγούστου 1916). Οι εχθροπραξίες άρχισαν την επομένη. Ήταν η σειρά του Φραγκίσκου Ιωσήφ vα αντιμετωπίσει και δεύτερο μέτωπο. Ο ιταλοαυστριακός πόλεμος (σε αντιδιαστολή προς τα άλλα μέτωπα) είχε καθαρά εθνικό χαρακτήρα. Τόσο οι αμυνόμενοι Αυστριακοί, όσο και οι επιτιθέμενοι Ιταλοί ήταν βέβαιοι πως πολεμούσαν για έδαφος, που και οι δύο θεωρούσαν δικό τους. Το ιταλικό πολεμικό σχέδιο, το οποίο απέβλεπε στην υπερπήδηση του Ιζόντσο και την κάθοδο προς την κόγχη της Λουμπλιάνας, απέτυχε. Με την προσπάθεια να κερδίσει έδαφος προς όλες τις κατευθύνσεις, ο ιταλικός στρατός εξαφάνισε την επικίνδυνη σφήνα του Τρεντίνο, αλλά, αφού έφτασε και σε μερικά σημεία ξεπέρασε τον Ιζόντσο, αναχαιτίστηκε από ισχυρές αμυντικές θέσεις, τόσο από φυσική άποψη όσο και από τα εκεί οχυρωματικά έργα, και καθηλώθηκε από την αρχή σε δαπανηρό πόλεμο θέσεων. Οι Γάλλοι, στο διάστημα αυτό, εξαπέλυσαν πολλές επιθέσεις που δεν άλλαξαν ουσιαστικά τη γραμμή του μετώπου, αλλά προκάλεσαν κολοσσιαίες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Στο ανατολικό μέτωπο οι Ρώσοι, που είχαν ηττηθεί στο Γκόρλιτσε (2 Μαΐου), αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφήνοντας στα χέρια των επιτιθεμένων μεγάλες περιοχές της Πολωνίας, της Λιθουανίας και της Κουρλανδίας. Τον ίδιο χρόνο (1915), παρασυρόμενη η Bουλγαρία από τις εντυπωσιακές νίκες των Γερμανών εναντίον των Ρώσων και εναντίον των Άγγλων στα Δαρδανέλλια, μπήκε στον πόλεμο (5 Οκτωβρίου) στο πλευρό των κεντρικών αυτοκρατοριών. Οι κεντρικές αυτοκρατορίες κατόρθωσαν (22 Ιουλίου), με επιδέξια διπλωματική ενέργεια, να επιτύχουν από την Τουρκία την παραχώρηση στη Βουλγαρία μερικών εδαφών τα οποία επέτρεπαν στη δεύτερη, μεταξύ άλλων, να βγει στο Αιγαίο. Η επέμβαση της Βουλγαρίας επέτρεψε συνδυασμένη επίθεση εναντίον της Σερβίας, από Βουλγάρους, Τούρκους και Αυστριακούς. Ο σερβικός στρατός ουσιαστικά διαλύθηκε και η χώρα κατακτήθηκε (Οκτώβριος - Νοέμβριος 1915). Η κυβέρνηση και τα λείψανα του στρατού κατέφυγαν στην Αλβανία και από εκεί πέρασαν στην Κέρκυρα. Το 1916, οι κεντρικές αυτοκρατορίες ξεκίνησαν δύο ισχυρότατες επιθέσεις, μία των Γερμανών εναντίον του Βερντέν άξονα του γαλλικού μετώπου, και άλλη των Αυστριακών εναντίον των Ιταλών στο υψίπεδο του Αζιάγκο. Στο Βερντέν οι Γερμανοί δεν κατόρθωσαν να εισδύσουν, και οι Αυστριακοί δεν είχαν μεγαλύτερη επιτυχία, και έτσι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στις γραμμές από όπου ξεκίνησαν, εγκαταλείποντας μάλιστα και την Γκορίτσια (Αύγουστος 1916). Ενώ οι Αυστριακοί ήταν απασχολημένοι εναντίον των Ιταλών, οι Ρώσοι επιτέθηκαν στη Βουκοβίνα (4 Ιουνίου 1916) και σημείωσαν λαμπρή νίκη. Η επιτυχία αυτή έπεισε τη Ρουμανία, που μέχρι τότε ταλαντευόταν, να μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ (Αύγουστος 1916) με την ελπίδα να ικανοποιήσει τις διεκδικήσεις της (ρουμανικά εδάφη τα οποία βρίσκονταν κάτω από αυστριακή κατοχή). Ύστερα όμως από κάποιες αρχικές επιτυχίες, ο ρουμανικός στρατός διαλύθηκε σχεδόν εντελώς από ισχυρή Aυστρογερμανική επίθεση (Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος 1916), που ανάγκασε τα υπολείμματά του να καταφύγουν στη Μολδαβία. Έτσι, εκείνο που θα μπορούσε να είναι επιτυχία της Αντάντ έγινε πηγή νέων ανησυχιών, γιατί περιήλθαν στις κεντρικές αυτοκρατορίες οι πλούσιες γεωργικές περιοχές και οι πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας. Κατά τα τέλη του 1916, μέσα σε ατμόσφαιρα ψυχολογικής επίθεσης, ο Γερμανός καγκελάριος Μπέτμαν - Χόλβεγκ διετύπωσε, με αρκετά ασαφείς ωστόσο όρους, προτάσεις ειρήνης, φυσικά με ύφος νικητή. Αυτές είχαν ελάχιστη απήχηση στη δυτική κοινή γνώμη, αλλά χρησίμευσαν πολύ στο εσωτερικό της Γερμανίας ώστε να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των πολεμιστών και του λαού. Άλλωστε, και ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ουίλσον, ο οποίος εκλήθη ως μεσολαβητής, δεν κατόρθωσε να μάθει κάτω από ποιες προϋποθέσεις σκέπτονταν οι Γερμανοί να προσφέρουν ειρήνη. Το 1917 ήταν αποφασιστικό έτος για την εξέλιξη του πολέμου. Παρ» όλη τη σειρά δυσάρεστων γεγονότων (αποτυχημένες αιματηρές επιθέσεις στο γαλλικό μέτωπο, αποχώρηση της Ρωσίας από τον πόλεμο –ανακωχή, (15 Δεκεμβρίου) εξαιτίας της Επανάστασης, χωριστή ειρήνη της Ρουμανίας: 7 Μαΐου, ιταλική ήττα του Καπορέτο: Οκτώβριος - Νοέμβριος) όχι μόνο η Αντάντ αντιστεκόταν καλά, αλλά και η είσοδος στον πόλεμο των Ηνωμένων Πολιτειών (κήρυξη πολέμου εναντίον της Γερμανίας: 6 Απριλίου 1917) έθεσε στη διάθεση των Δυτικών ανεξάντλητους υλικούς πόρους, εκείνο ακριβώς που από τότε άρχισε να λείπει διαρκώς περισσότερο στις κεντρικές αυτοκρατορίες. Η είσοδος στον πόλεμο των Ηνωμένων Πολιτειών (οι οποίες κηρύχτηκαν συνασπισμένες και όχι σύμμαχοι) προετοιμάστηκε σιγά σιγά κατά τη διάρκεια των χρόνων που κρατούσε ο πόλεμος. Η καταβύθιση συμμαχικών εμπορικών πλοίων με τα οποία ταξίδευαν αμερικανοί πολίτες (Lusitania, Μάιος 1915, Sussex, Μάρτιος 1916 κ.ά.) όξυναν τις σχέσεις μεταξύ Γερμανών και Αμερικανών. Η αποφασιστική όμως στροφή σημειώθηκε, όταν η γερμανική Ανώτατη Διοίκηση κηρύχθηκε μονόπλευρα (Ιανουάριος 1917) εναντίον των λεγόμενων δικαιωμάτων των ουδετέρων, δηλώνοντας ότι, στο εξής θα θεωρούσε εχθρικά όλα τα πλοία που θα έπλεαν σε εχθρικά ύδατα, όποια εθνικότητα και αν είχαν. Στις 3 Φεβρουαρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες διέκοψαν τις διπλωματικές σχέσεις με τη Γερμανία. Αυτό όμως δεν ήταν ακόμα πόλεμος· στην πραγματικότητα καμιά αμερικανική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να παρασύρει τον λαό της σε πόλεμο στο πλευρό της τσαρικής Ρωσίας, που τη θεωρούσαν σύμβολο της οπισθοδρομικότητας και της απολυταρχίας. Η κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος (Μάρτιος) και οι αγγλικές αποκαλύψεις για ένα σχέδιο γερμανομεξικανικής συμφωνίας για μεταφορά του πολέμου στο βορειοαμερικανικό έδαφος (το τηλεγράφημα Τσίμερμαν) διέλυσαν και τους τελευταίους δισταγμούς οι οποίοι εμπόδιζαν έως τότε τις ΗΠΑ να συμμετάσχουν στον πόλεμο. Το 1918, ελεύθερες πια από τα A, η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία σκέπτονταν να εξαπολύσουν μεγάλη αποφασιστική επίθεση και στα Δ, ρίχνοντας στο μέτωπο αυτό όλες τις δυνάμεις που διέθεταν. Η Αυστρία σχεδίαζε μεγάλη επίθεση εναντίον της Ιταλίας που, κατά τα σχέδια του επιτελείου της, θα οδηγούσε στην κατάληψη της Λομβαρδίας. Η αυστριακή επίθεση άρχισε στις 15 Ιουνίου 1918, αλλά –αντίθετα από τις προβλέψεις της Βιέννης– αναχαιτίστηκε από τους Ιταλούς σε μια αποφασιστική μάχη, που διήρκεσε 8 ημέρες (15-23 Ιουνίου, μάχη του Πιάβε), και έληξε με πλήρη αποτυχία του επιτιθέμενου, ο οποίος απωθήθηκε στις θέσεις εκκίνησής του. Με την ιταλική νίκη, οι τύχες του πολέμου στράφηκαν οριστικά υπέρ της Αντάντ. Οι βιαιότατες επιθέσεις (μάχες της Πικαρδίας, της Φλάνδρας και του Μάρνη) που εξαπέλυσαν οι Γερμανοί στο Γαλλικό μέτωπο, αναχαιτίστηκαν από τις αγγλογαλλικές δυνάμεις. Τότε η Aντάντ ανέπτυξε μια ισχυρότατη αντεπίθεση, η οποία, κάτω από την ηγεσία του Γάλλου στρατηγού Φερντινάν Φος, ανάγκασε τους Γερμανούς να υποχωρήσουν, διώχνοντάς τους από το γαλλικό έδαφος. Ενώ στη δυτική Ευρώπη η Αντάντ έπαιρνε αποφασιστικά την πρωτοβουλία, στο νοτιοανατολικό τομέα τέθηκαν εκτός μάχης η Βουλγαρία και η Τουρκία οι οποίες ζήτησαν ανακωχή (στις 29 Σεπτεμβρίου η πρώτη και στις 31 Οκτωβρίου η δεύτερη). Οι επιχειρήσεις εναντίον της Βουλγαρίας ξεκίνησαν από τη Θεσσαλονίκη, όπου από την αρχή του πολέμου εστάλη ένα συμμαχικό εκστρατευτικό σώμα. Το 1916, με την ανασυγκρότηση του σερβικού στρατού, οι Σύμμαχοι ανακατέλαβαν το Μοναστήρι και ενώθηκαν (Φεβρουάριος 1917) με τις ιταλικές δυνάμεις της Αλβανίας. Όταν (Σεπτέμβριος 1918) η μεγάλη γερμανική ήττα στο Μάρνη αναπτέρωσε το ηθικό των Συμμάχων, Άγγλοι, Γάλλοι, Σέρβοι και Έλληνες εξαπέλυσαν (15 Σεπτεμβρίου) αστραπιαία επίθεση, η οποία, ύστερα από 15 ημέρες, υποχρέωσε τη βουλγαρική κυβέρνηση να συνθηκολογήσει άνευ όρων (29 Σεπτεμβρίου). Με τους Συμμάχους να έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία, η συνθηκολόγηση της Τουρκίας (του Μεγάλου Ασθενούς της Ευρώπης) δεν μπορούσε παρά να είναι ζήτημα χρόνου. Από την άλλη πλευρά, μετά την καταστροφή του Κουτ-ελ-Αμάρα, νέο αγγλικό εκστρατευτικό σώμα έφτασε (Μάιος 1916) στη Μεσοποταμία, κατέλαβε το 1917 τη Βαγδάτη, τη Σαμάρα και το Τεκρίτ και κατόρθωσε την οριστική συντριβή των Τούρκων στο Ραμαντιέ (Σεπτέμβριος 1917). Οι Άγγλοι σημείωσαν λαμπρότερες επιτυχίες στην Παλαιστίνη όπου, αφού έδιωξαν τους Τούρκους από τα αιγυπτιακά σύνορα, εισέβαλαν με δυνάμεις το 1917 και κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ. Τελευταία επίθεση στον τομέα αυτόν εξαπολύθηκε από τους Άγγλους, παράλληλα (Σεπτέμβριος 1918) με επίθεση από τη Βουλγαρία εναντίον της Τουρκίας, και οδήγησε σύντομα στην οριστική συντριβή της δεύτερης (ανακωχή του Μούδρου, 31 Οκτωβρίου). Την ίδια εποχή ξεκίνησε η ιταλική επίθεση (24 Οκτωβρίου 1918) εναντίον του αυστριακού στρατού, ο οποίος βρισκόταν ήδη σε διάλυση, και ύστερα από συγκρούσεις μιας εβδομάδας (μάχη του Βιτόριο Βένετο) συνθηκολόγησε. Η στρατιωτική ήττα επιτάχυνε την αποσύνθεση ολόκληρης της αυτοκρατορίας και την εμφάνιση εθνικών κρατών επάνω στα ερείπια της πρώην αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας εγκατέλειψε την Αυστρία και ζήτησε καταφύγιο στην Ελβετία. Λίγο αργότερα κατέρρεε και η γερμανική αντίσταση. Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος B» έφυγε στην Ολλανδία και η προσωρινή γερμανική κυβέρνηση ζήτησε ανακωχή, που οι Σύμμαχοι της παραχώρησαν στις 11 Νοεμβρίου 1918 (ανακωχή της Ρετόντ). Mετά από επίπονες διαπραγματεύσεις στο Παρίσι μεταξύ αντιπροσώπων των νικητριών δυνάμεων (στις οποίες συμμετείχε αυτοπροσώπως, και όχι πάντα επιτυχώς, ο Ουίλσον) υπογράφτηκαν οι συνθήκες ειρήνης: με τη Γερμανία στις Βερσαλίες (28 Ιουνίου 1919, ακριβώς 5 χρόνια μετά τη δολοφονία του Αυστριακού διαδόχου στο Σεράγεβο), με την Αυστρία στο Σεν-Ζερμέν-αν-Λε (10 Σεπτεμβρίου 1919), με τη Βουλγαρία στο Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919), με την Ουγγαρία στο Μεγάλο Τριανόν (4 Ιουνίου 1920) και, τέλος, με την Τουρκία στις Σέβρες (10 Αυγούστου 1920). Ο πόλεμος στις θάλασσες. Καθώς ήταν βέβαιη η υπεροχή των στόλων της Αντάντ έναντι των στόλων της Τριπλής Συμμαχίας και ανάλογες οι στρατηγικές επιδιώξεις των δύο αντιπάλων, ο A» Παγκόσμιος πόλεμος έδωσε αφορμή μόνο σε ελάχιστες ναυτικές συγκρούσεις αποφασιστικής σημασίας. Εκτός από τη ναυμαχία της Γιουτλάνδης, μία από τις σημαντικότερες ναυτικές συγκρούσεις είναι εκείνη που κατέληξε (8 Δεκεμβρίου 1914) στην καταστροφή μιας μοίρας γερμανικών καταδρομικών. Τον Νοέμβριο, το αγγλικό Ναυαρχείο έστειλε στον νότιο Ατλαντικό 2 καταδρομικά μάχης να καταδιώξουν, μαζί με άλλες μονάδες που βρίσκονταν ήδη στον τομέα αυτόν, τη γερμανική μοίρα, η οποία βύθισε, στις 2 του ίδιου μήνα, 2 αγγλικά καταδρομικά στα ανοιχτά των ακτών της Χιλής. Οι Άγγλοι διέκριναν τη γερμανική μοίρα από 5 καταδρομικά, την παρακολούθησαν και, με την υπεροχή που είχαν σε ταχύτητα και οπλισμό, βύθισαν μέσα σε λίγες ώρες 4 γερμανικά καταδρομικά πλοία που τα συνόδευαν. Έτσι εξαφανίστηκε γρήγορα μια σοβαρή απειλή εναντίον των θαλάσσιων μεταφορών της Αντάντ. Στον αποκλεισμό των γερμανικών ακτών από την Αντάντ, οι Γερμανοί απάντησαν με τον λεγόμενο πειρατικό πόλεμο, τον οποίο διενεργούσαν μεμονωμένα πλοία παντός τύπου, συχνά μεταμφιεσμένα σε εμπορικά με ψεύτικη σημαία ουδέτερων κρατών, που έκαναν ξαφνικές επιθέσεις. Σύντομη αλλά ένδοξη ήταν η δράση του ελαφρού καταδρομικού Emden στο Iνδικό αρχιπέλαγος και σχεδόν απίστευτη η δράση του Wolf –ενός μικρού αργού πλοίου (με ταχύτητα 10 κόμβων)– που από το 1916 έως το 1918 έκανε τον γύρο του κόσμου από το Κίελο στο Κίελο, αφού έσπειρε νάρκες στο Κέιπ Τάουν, στο Ντάρμπαν, στη Σιγκαπούρη, στη Βομβάη, στο Σίδνεϊ κ.α. Στη Μεσόγειο, στις αρχές των εχθροπραξιών, εντυπωσιακό ρόλο έπαιξαν 2 γερμανικά καταδρομικά, το Goeben και το Breslau, τα οποία πωλήθηκαν πλασματικά στο τουρκικό ναυτικό. Οι στόλοι της Αγγλίας και της Γαλλίας απασχολήθηκαν επίσης πολύ στην προσπάθεια κατάληψης και αποκλεισμού των Δαρδανελλίων. Ο πόλεμος στον αέρα. Κατά τον A» Παγκόσμιο πόλεμο, τα αεροπλάνα χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά, με οργανικό τρόπο ως πολεμικό μέσον. Σπάνιες όμως ήταν οι βομβαρδιστικές επιχειρήσεις, ενώ υπήρξαν σημαντικές οι αναγνωριστικές πτήσεις, καθώς και οι πολυβολισμοί για υποστήριξη του πεζικού. Όλες οι εμπόλεμες χώρες παρουσίασαν πιλότους οι οποίοι απέκτησαν φήμη και δόξα. Περίφημοι, μεταξύ άλλων, ήταν ο Γερμανός Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν, ο οποίος σημείωσε 80 νίκες, ο Γάλλος Ρενέ Φονκ με 75 νίκες, ο Άγγλος Έντουαρντ Μάνοκ με 73 και ο Καναδός Μπίλι Μπίσοπ με 72 νίκες. Η Ελλάδα στον πόλεμο. Ο πόλεμος δημιούργησε προβλήματα στην Ελλάδα από την πρώτη ημέρα της έκρηξής του. Προβλήματα τα οποία είχαν συνέπειες σε ολόκληρη τη μετέπειτα ιστορία της χώρας. Από την αρχή τέθηκε το ζήτημα αν η χώρα θα συμμετείχε σε αυτόν και με ποια παράταξη. Οι διαφωνίες στο ερώτημα αυτό, στις οποίες προστέθηκαν και οι πιέσεις από τους δύο εμπολέμους, την Αντάντ και τις κεντρικές αυτοκρατορίες, προκάλεσαν οξύτατες συγκρούσεις που έμειναν στην ελληνική ιστορία με τη θλιβερή ονομασία διχασμός. Ο πρωθυπουργός Βενιζέλος υποστήριζε από την αρχή την είσοδο στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, της οποίας θεωρούσε βέβαιη τη νίκη, ενώ ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, πιστεύοντας περισσότερο στη νίκη της Γερμανίας, επέμεινε να κρατήσει η χώρα ουδέτερη στάση. Και ο ελληνικός λαός χωρίστηκε σε βασιλικούς και βενιζελικούς. Η απόβαση στρατευμάτων των Αγγλογάλλων (οι οποίοι ήθελαν να εξασφαλίσουν τον ανεφοδιασμό και την ενίσχυση της Σερβίας από τη Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 1915), η είσοδος της Βουλγαρίας στον πόλεμο (14 Οκτωβρίου 1915) στο πλευρό των κεντρικών αυτοκρατοριών, η κατάληψη της Καβάλας από γερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα και η παράδοση ολόκληρου ελληνικού σώματος στρατού που μεταφέρθηκε στη Γερμανία (Σεπτέμβριος 1916), όξυναν την κρίση, και ο Βενιζέλος σχημάτισε χωριστή προσωρινή κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη (9 Οκτωβρίου) η οποία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας (23 Νοεμβρίου). Στις 11 Ιουνίου 1917, οι Αγγλογάλλοι αξίωσαν την παραίτηση του Κωνσταντίνου, τον οποίο κατηγορούσαν ως γερμανόφιλο. Ο βασιλιάς έφυγε στην Ελβετία, ο Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση στην Αθήνα και στις 2 Ιουλίου η Ελλάδα συμμετείχε επίσημα στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Η ενεργητική συμμετοχή της Ελλάδας ενίσχυσε το συμμαχικό μέτωπο της Βαλκανικής και επέτρεψε την προετοιμασία της αντεπίθεσης. Οι πρώτες αντεπιθέσεις με αξιόλογες, αν και τοπικές επιτυχίες, σημειώθηκαν αμέσως (φθινόπωρο του 1917), με συμμετοχή και ελληνικών μονάδων στο πλευρό των αγγλογαλλικών καθώς και των σερβικών, που είχαν στο μεταξύ ανασυγκροτηθεί στο ελληνικό έδαφος. Τον Μάιο 1918, καθαρά ελληνικές δυνάμεις σημείωσαν την πρώτη αξιόλογη συμμαχική επιτυχία με την ανακατάληψη του Σκρα, που είχε ως σπουδαιότερη συνέπεια την κατάπτωση του ηθικού των Βουλγάρων. Έτσι, όταν στις 15 Σεπτεμβρίου εξαπολύθηκε η μεγάλη συμμαχική επίθεση στο Mακεδονικό μέτωπο, οι επιτυχίες ακολούθησαν η μία την άλλη. Τα σερβικά στρατεύματα, ενισχυμένα από ελληνικά και γαλλικά, απελευθέρωναν τα πρώτα τμήματα του εθνικού τους εδάφους και στις 21 έφταναν στο Μοναστήρι, ενώ στις 18, άλλη επίθεση ελληνικών και αγγλικών δυνάμεων διασπούσε ανατολικότερα το γερμανοβουλγαρικό μέτωπο προς τον Στρυμόνα. Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο. Οι Βούλγαροι αντελήφθησαν ότι η ήττα ήταν πλέον αναπόφευκτη και, για vα αποφύγουν την κατάληψη βουλγαρικών εδαφών από ελληνικά και σερβικά στρατεύματα, έσπευσαν να υπογράψουν ανακωχή (29 Σεπτεμβρίου). Οι επιτυχίες αυτές σήμαναν την αρχή του τέλους των κεντρικών αυτοκρατοριών. Πρώτη έσπευσε vα ακολουθήσει το βουλγαρικό παράδειγμα η Τουρκία. Β’ Παγκοσμιος πόλεμος. Η περίοδος από την ειρήνη των Βερσαλιών έως την έκρηξη του B» Παγκοσμίου πολέμου, ονομάστηκε μακρά ανακωχή. Στην πραγματικότητα κανείς από τους νικητές δεν θεωρούσε τον εαυτό του ικανοποιημένο από τα αποτελέσματα της Διάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού, ενώ η Γερμανία χαρακτήριζε ως diktat τους όρους που της επέβαλαν οι 4 Μεγάλοι. Από την άλλη πλευρά, έγινε γρήγορα φανερό ότι η Κοινωνία των Εθνών (KTE) δεν ήταν σε θέση να λύσει τις ποικίλες αφορμές διαφωνιών μεταξύ των διαφόρων κρατών, διότι δεν υπήρχε, στη νέα παγκόσμια συναυλία, αποτελεσματική πολιτική ισορροπία. Πραγματικά, στο δημιούργημα του Ουίλσον δεν προσχώρησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, κλεισμένες σε έναν σχεδόν αυστηρό απομονωτισμό και μέχρι το 1934 έλειπε και η ΕΣΣΔ η οποία αποκλείστηκε με μια υγειονομική ζώνη (cordon sanitaire). Οι αιτίες. Η ουσιαστική αδυναμία της Γαλλίας καθώς και η οικονομική αναγέννηση της Γερμανίας χαρακτήριζαν για πολύ καιρό την εύθραυστη ειρήνη, έστω και αν βρήκε προσωρινά κάποια ισορροπία, κυρίως χάρη σε ανθρώπους, όπως ο Γερμανός Στρέζεμαν και ο Γάλλος Μπριάν. Η άνοδος όμως στην εξουσία του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία και η προσέγγιση της φασιστικής Ιταλίας στις χιτλερικές θέσεις προκάλεσαν γρήγορα διαδοχικές κρίσεις που, από την κατάκτηση της Αιθιοπίας μέχρι την επέμβαση στον Iσπανικό Eμφύλιο πόλεμο και τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, αποκορυφώθηκαν στο Σύμφωνο του Μονάχου, αποκορύφωμα της πολιτικής του κατευνασμού (appeasement), που ακολουθούσαν έως τότε, περισσότερο ή λιγότερο από συμφώνου, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία. Το άδοξο όμως, τέλος, της Τσεχοσλοβακίας είχε τη δύναμη να ενώσει τελικά τις δύο δυτικές δυνάμεις, έστω και αν αυτό δεν μπορούσε πια vα αποτρέψει τη σύρραξη. Λίγους μήνες αργότερα, όταν οι Ναζί έθεσαν το ζήτημα του Ντάντσιχ, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία αναγκάστηκαν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να υπερασπίσουν με κάθε θυσία την Πολωνία και ότι, για να την υπερασπίσουν αποτελεσματικά, έπρεπε να ξαναγυρίσουν στην κλασική συμμαχία με τη Μόσχα. Αλλά και ο Χίτλερ, για να επιτύχει τη νέα του κατάκτηση, χρειαζόταν τη σοβιετική ουδετερότητα. Έτσι ξαφνικά, η ΕΣΣΔ έγινε το κέντρο του ενδιαφέροντος των Δυνάμεων. Από τη συμμαχική πλευρά υπήρχαν σοβαρά εμπόδια: πάνω απ» όλα η άρνηση της Πολωνίας, επειδή φοβόταν μήπως χάσει τις μεγάλες εκτάσεις που απέσπασε από την ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του Eμφυλίου πολέμου (1921) και ύστερα η έντονη πια δυσπιστία μεταξύ δυτικών και Σοβιετικών. Το κλίμα, μέσα στο οποίο άρχισαν (1939) οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Σοβιετικών, Γάλλων και Άγγλων, δεν ήταν το κατάλληλο ώστε να διαλύσει τις μεταξύ τους καχυποψίες. Οι αντιπρόσωποι της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας άργησαν πολύ να πάνε στη Μόσχα και όταν έφτασαν, ο Μολότοφ (ο οποίος αντικατέστησε τον Λιτβίνοφ στη θέση του Επιτρόπου επί των Εξωτερικών) βρέθηκε μπροστά σε κατώτερους υπαλλήλους με πολύ περιορισμένες αρμοδιότητες. Οι συνομιλίες παρατείνονταν χωρίς αποτέλεσμα. Ξαφνικά, και με σπάνια διορατικότητα, ο Χίτλερ άρχισε διαπραγματεύσεις με τους Σοβιετικούς. Ο Ρίμπεντροπ στάλθηκε στη Μόσχα με τη ρητή εντολή να προσφέρει στους Σοβιετικούς όλα όσα του ζητήσουν. Στις 19 Αυγούστου υπεγράφη μια εμπορική συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης και στις 23 του ίδιου μήνα γνωστοποιήθηκε ότι οι δύο δυνάμεις υπέγραψαν σύμφωνο μη επιθέσεως. Το σύμφωνο αυτό προκάλεσε, κατά την έκφραση του Χίτλερ, την εντύπωση βόμβας. Η σοβιετική προδοσία της δημοκρατικής ιδέας αντισταθμιζόταν με τη χιτλερική προδοσία της φασιστικής ιδεολογίας. Ο Μουσολίνι δεν έμεινε λιγότερο κατάπληκτος από τον Νταλαντιέ και τον Τσάμπερλεν. Τίποτε πια δεν μπορούσε να σώσει την Πολωνία. Τις λίγες όμως ημέρες οι οποίες απέμεναν μέχρι την ώρα X, ο Χίτλερ εξαπέλυσε μία επίθεση ειρήνης προσπαθώντας να εμποδίσει τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία να συμμετάσχουν στον πόλεμο. Αλλά η ημέρα της 25ης Αυγούστου ήταν αποφασιστική· η Μεγάλη Βρετανία υπέγραψε με την Πολωνία μία συνθήκη συμμαχίας και αμοιβαίας βοήθειας. Οι τελευταίες εκκλήσεις του πάπα Πίου IB», του Ρούσβελτ, του βασιλιά του Βελγίου και της βασίλισσας Βιλελμίνης της Ολλανδίας, ακόμα και οι ιταλικές προσπάθειες για να βρεθεί κάποιος συμβιβασμός, δεν κατέληξαν πουθενά. Την 1η Σεπτεμβρίου τα γερμανικά στρατεύματα πέρασαν τα πολωνικά σύνορα, στις 3 η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Νέα Ζηλανδία, η Αυστραλία και η Ινδία, τις οποίες ακολούθησαν στις 9 και 10 η νότια Αφρική και ο Καναδάς, κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Η Ιταλία –σύμφωνα με τους όρους οι οποίοι προσαρτήθηκαν στην πράξη επικύρωσης του Χαλύβδινου Συμφώνου (1939)– δήλωσε στη Γερμανία από τις 25 Αυγούστου ότι δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει σε πόλεμο παρά μόνο μετά το 1942, κηρύχθηκε μη εμπόλεμος. Η εκστρατεία της Πολωνίας. Οι Γερμανοί παρέταξαν εναντίον της Πολωνίας περίπου 1.200.000 άνδρες σε 70 μεραρχίες, από τις oποίες 10 θωρακισμένες, 4 μηχανοκίνητες και 3 ορεινές. Ο στρατός αυτός τελούσε υπό τις διαταγές του στρατηγού Βάλτερ φον Μπράουχιτς και ήταν μοιρασμένος σε δύο ομάδες στρατιών: μία του Βορρά και μία του Νότου. Κάθε ομάδα στρατιών είχε στη διάθεσή της μια αεροπορική στρατιά με συνολική δύναμη 2.500 αεροπλάνων, η οποία, εκτός από τα κλασικά βομβαρδιστικά και καταδιωκτικά, διέθετε το τακτικό βομβαρδιστικό Stuka, έναν απόλυτο νεωτερισμό που, καθώς δρούσε σε στενή συνεργασία με τις θωρακισμένες ταξιαρχίες, αποτελούσε, μέχρι την εκστρατεία εναντίον της Ρωσίας, ίσως το επαναστατικότερο και τρομερότερο τακτικό όπλο της πανίσχυρης γερμανικής πολεμικής μηχανής. Στις χιτλερικές δυνάμεις, οι Πολωνοί αντέτασσαν 2 μεραρχίες πεζικού και 8 ταξιαρχίες ιππικού (οι οποίες τελικά έγιναν 30 και 14) οπλισμένες με υλικό του 1918, λιγοστό και απηρχαιωμένο πυροβολικό, καμιά αντιαεροπορική άμυνα, καμιά θωρακισμένη μονάδα, ελάχιστη και ξεπερασμένη αεροπορία. Στις 4 Σεπτεμβρίου, οι Γερμανοί, προελαύνοντας συγκεντρικά, κατέλαβαν την Τσεστοχόβα και στις 6 την Κρακοβία. Στις 9, μετά την κατάληψη του Λοτζ, απειλήθηκε σοβαρά η Βαρσοβία και η πολωνική κυβέρνηση κατέφυγε στο Πινσκ. Στο μεταξύ, ολοκληρωνόταν η κύκλωση του πολωνικού στρατού σε δυο μεγάλους θυλάκους. Στις 12 έπεσε το Λβοφ, στις 13 το Ντάντσιχ, στις 14 το Γκρόντνο και το Μπιαλιστόκ. Την επομένη ήταν η σειρά του φρουρίου του Πρζέμισλ. Στις 7 Σεπτεμβρίου, κατά τους μυστικούς όρους του γερμανοσοβιετικού συμφώνου, οι Σοβιετικοί κατέλαβαν τη δυτική Ουκρανία και Λευκορωσία. Στις 22 οι Γερμανοί μπήκαν στο Λβοφ και στις 27 έπεσε η Βαρσοβία. Με την παράδοση του Μόντλιν (28 Σεπτεμβρίου) έπαψε κάθε αντίσταση. Η πολωνική κυβέρνηση ανασυγκροτήθηκε στο Λονδίνο. Η κατάσταση μετά την εκστρατεία της Πολωνίας. Η εντύπωση από την εξαιρετική ταχύτητα με την οποία οι Γερμανοί ολοκλήρωσαν την εκστρατεία εναντίον της Πολωνίας ήταν κολοσσιαία σε ολόκληρο τον κόσμο. Ενισχυμένος από την επιτυχία που σημείωσε, ο Χίτλερ προσέφερε επίσημα ειρήνη στη Γαλλία και στη Μεγάλη Βρετανία. Στις 10 και στις 12 όμως ο Νταλαντιέ και ο Τσάμπερλεν αρνήθηκαν να προσφέρουν βραβείο στον επιτιθέμενο. Ο Ρίμπεντροπ απάντησε από το Ντάντσιχ: Επομένως η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία είναι οι μόνες υπεύθυνες για τον πόλεμο και η γερμανική κυβέρνηση διαβεβαίωσε, στις 15 Νοεμβρίου, την Ολλανδία και το Βέλγιο ότι η ουδετερότητά τους θα γινόταν απόλυτα σεβαστή. Μαζί με τις δύο αυτές χώρες, η Ελβετία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Δανία, τα νοτιοαμερικανικά κράτη, η Ιαπωνία, οι ΗΠΑ και οι δύο κινεζικές κυβερνήσεις διακήρυξαν την ουδετερότητά τους. Έτσι φαινόταν ότι ο πόλεμος εντοπίζεται. Ο πόλεμος τον χειμώνα 1939-1940. Το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1939 και του 1940 δεν σημειώθηκε αξιόλογη δράση στην ξηρά εναντίον της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Στη θάλασσα, αντίθετα, η γερμανική επίθεση ήταν βιαιότατη. Στις 17 Σεπτεμβρίου, γερμανικά υποβρύχια βύθισαν το αγγλικό αεροπλανοφόρο Courageous στη Μάγχη και στις 14 του επόμενου μήνα το θωρηκτό Royal Oak στον κόλπο του Σκάπα Φλόου. Στις 26 το πειρατικό θωρηκτό Deutschland βύθισε το αγγλικό καταδρομικό Rawalpindi, αλλά μεταξύ 14 και 17 Δεκεμβρίου ένα άλλο πειρατικό θωρηκτό, το Graf von Spee, αναγκάστηκε vα αυτοβυθιστεί στα ανοιχτά του Μοντεβιδέο, ώστε να μη συλληφθεί. Στο μεταξύ, οι Σοβιετικοί, οι οποίοι δεν θεωρούσαν καθόλου ασφαλές το σύμφωνό τους με τους Γερμανούς, εξαπέλυαν χωρίς να καθορίζουν τους τελικούς στόχους τους, ισχυρή πίεση που απέβλεπε στην κατάληψη προχωρημένων θέσεων και εδαφών. Στις 8 Οκτωβρίου 1939, οι Σοβιετικοί διετύπωσαν μεγάλες αξιώσεις για βάσεις και εδάφη προς τη Φιλανδία. Αλλά οι Φιλανδοί ήταν άκαμπτοι και στις 30 Νοεμβρίου άρχισε ο πόλεμος. Ύστερα από σειρά αποτυχιών, οι Σοβιετικοί κατόρθωσαν, στο δεύτερο 15ήμερο του Φεβρουαρίου, να διασπάσουν τη γραμμή των Φιλανδών, οι οποίοι στις 12 Μαρτίου 1940 ζήτησαν ειρήνη. Στις 15 Ιουνίου, σύμφωνα με μυστικούς όρους της συμφωνίας της Μόσχας και έπειτα από συνεννοήσεις με τη Λιθουανία, οι Σοβιετικοί κατέλαβαν τη χώρα αυτή. Τις επόμενες ημέρες έπεσαν η Λετονία και η Εσθονία. Η κατάληψη της Δανίας και της Νορβηγίας. Θεωρώντας πλέον μάταιη κάθε προσπάθεια ειρήνης, ο Χίτλερ και το επιτελείο του, προσανατολίστηκαν προς μια εξαιρετικά στρατηγική αντίληψη του πολέμου. Σύμφωνα με τη γερμανική ανώτατη διοίκηση, η συντριβή του εχθρού δεν θα ήταν δυνατή μόνο με τη μεταφορά στο δυτικό μέτωπο των δυνάμεων κρούσης αλλά έπρεπε κυρίως vα απομονωθεί η Μεγάλη Βρετανία και να εξουδετερωθεί ο στόλος της. Ο αντικειμενικός αυτός στόχος θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με την κατάληψη της Δανίας και της Νορβηγίας, οι οποίες μπορούσαν να προσφέρουν θαυμάσιες βάσεις στον γερμανικό στόλο και αποτελούσαν επιπλέον δυο λαμπρά αεροπλανοφόρα κοντά στις βρετανικές ακτές. Η Άσκηση Βέζερ, όπως ονομάστηκε κωδικά το σχέδιο κατάληψης, ήταν ήδη έτοιμη για την 1η Μαρτίου και ο Χίτλερ όρισε την εκτέλεσή του για τις 9 Απριλίου. Η κατάληψη της Δανίας δεν παρουσίαζε δυσκολία, δεν συνέβη όμως το ίδιο με τη Νορβηγία, της οποίας ο βασιλιάς, απορρίπτοντας το τελεσίγραφο, κατέφυγε στο εσωτερικό, ενώ αγγλικά και γαλλικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στη χώρα. Οι Γερμανοί, κύριοι σχεδόν ολόκληρης της ακτής, των μεγαλύτερων λιμανιών, των αερολιμένων, των ραδιοφωνικών σταθμών κλπ., κατόρθωσαν μέσα σε λίγες ημέρες να εξαφανίσουν τα συμμαχικά προγεφυρώματα. Στις 27 Απριλίου η συμμαχική Ανώτατη Διοίκηση διέταξε την εκκένωση της χώρας. Η εκστρατεία της Γαλλίας. Οι πρώτες μελέτες για την Κίτρινη Υπόθεση, δηλαδή για την εισβολή στη Γαλλία μέσα από το λουξεμβουργικό, βελγικό και ολλανδικό έδαφος έγιναν από το φθινόπωρο του 1938, αλλά ξαναδουλεύτηκαν πολλές φορές, ώστε να γίνουν αληθινό αριστούργημα στρατιωτικής τέχνης. Η Κίτρινη Υπόθεση άρχισε στις 5.35» στις 10 Μαΐου 1940· η γερμανική δεξιά πτέρυγα μεταξύ του Μόσα και της Ζουιντερζέε άρχισε να κινείται, ενώ έμενε ακίνητη η αμυντική παράταξη του κέντρου απέναντι από τη Γραμμή Μαζινό. Η εκστρατεία της Γαλλίας χωρίζεται συνήθως σε δύο μεγάλες μάχες: τη μάχη της Μάγχης (10 Μαΐου - 4 Ιουνίου) και την κυρίως μάχη της Γαλλίας (12-22 Ιουνίου). Η κολοσσιαία αεροπορική υπεροχή, η χρησιμοποίηση μεγάλων θωρακισμένων και μηχανοκίνητων μονάδων, η τέλεια οργάνωση των συνδέσμων και το υψηλότατο τεχνικό επίπεδο του γερμανικού στρατού, σε συνδυασμό με το στοιχείο του αιφνιδιασμού, έφεραν γρήγορα σε δύσκολη θέση τη συμμαχική άμυνα. Από τις 13 Μαΐου η Ολλανδία εκμηδενίστηκε (την επομένη υπέγραψε συνθηκολόγηση). Μετά την πτώση της Λιέγης, άρχισε να διαγράφεται, μεταξύ Ναμίρ και Σεντάν, ο ελιγμός για την κύκλωση των αγγλογαλλικών δυνάμεων. Στις 17 έπεσε η Λουβέν, οι Βρυξέλλες, η Αμβέρσα και η Οστάνδη και στη Γαλλία το Σαιν-Καντέν και το Ρετέλ. Στις 20, οι Γερμανοί έφτασαν στο Λον, την άλλη ημέρα στην Αμιένη, στο Αράς και στην Αμπβίλ. Μεταξύ 29 Μαΐου και 4 Ιουνίου έγινε η περίφημη αποχώρηση της Δουνκέρκης, αληθινό αριστούργημα της αγγλικής αεροπορίας και του αγγλικού ναυτικού, κατά την οποία οι Άγγλοι μετέφεραν από τη θάλασσα 235.000 από τους στρατιώτες τους και 115.000 Γάλλους. Την επομένη άρχισε η μάχη της Γαλλίας, η οποία τελείωσε, στην πράξη, μέσα σε λίγες ώρες, με τη διάσπαση της γραμμής Βεϊγκάν, και έκανε τους Γερμανούς να καταλάβουν μέσα σε λίγο χρονικό διάστημε ολόκληρο σχεδόν το γαλλικό έδαφος. Μεταξύ 13 και 15 κατέρρευσε και η γραμμή Μαζινό που πλευροκοπήθηκε. Στις 20 Ιουνίου, η Γαλλία ζήτησε ανακωχή, η οποία υπογράφτηκε 2 ημέρες αργότερα στο δάσος της Κομπιένης. Η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο. Στις 40 ημέρες που κράτησε το γαλλικό δράμα συνέβησαν σημαντικά πολιτικά γεγονότα: η δήλωση του Ρούσβελτ, κατά την οποία η κτηνώδης εισβολή στο Βέλγιο, στο Λουξεμβούργο και στην Ολλανδία προκάλεσε τη συγκίνηση και την αγανάκτηση του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών· η αίτηση του προέδρου προς το Κογκρέσο να ψηφίσει περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια για την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων· στις 14 Ιουνίου, η Ισπανία πέρασε από την κατάσταση του ουδέτερου στην κατάσταση του μη εμπολέμου, και κατέλαβε με τα όπλα τη διεθνή ζώνη της Ταγγέρης· στις 16, ο στρατάρχης Πετέν ανέλαβε την απόλυτη εξουσία στη Γαλλία έτοιμος να ζητήσει ανακωχή, αλλά στις 18 ο Ντε Γκολ εξαπέλυσε από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Λονδίνου το διάγγελμά του, με το οποίο καλούσε τους Γάλλους vα αντισταθούν στον κατακτητή. Αλλά το σημαντικότερο γεγονός ήταν η αιφνίδια, αν και όχι απροσδόκητη κήρυξη πολέμου, από την Ιταλία (10 Ιουνίου 1940). Ο Μουσολίνι δεν είχε έτοιμο στρατό για την αντιμετώπιση ενός Παγκοσμίου πολέμου, η Ιταλία δεν διέθετε πρώτες ύλες και αποθέματα, ούτε το Γενικό Επιτελείο της είχε στρατηγικό σχέδιο, αλλά ο Ντούτσε ήταν βέβαιος πως ο πόλεμος τελείωνε γρήγορα και ήθελε να είναι βέβαιος πως θα καθόταν με τους νικητές στο τραπέζι της ειρήνης. Μάταια ο Πολ Ρενό, ο Τσόρτσιλ και ο Ρούσβελτ (ο τελευταίος πρότεινε συμφωνίες με τους Αγγλογάλλους, τις οποίες ήταν διατεθειμένος να εγγυηθεί) τον καλούσαν να μείνει ουδέτερος. Μεταξύ 21 έως 24 Ιουνίου αναπτύχθηκε η ιταλική επίθεση στις δυτικές Άλπεις και στις 24 οι Γάλλοι υπέγραψαν ανακωχή στη Ρώμη. Η μάχη της Αγγλίας. Ακόμα και η εισβολή στη Μεγάλη Βρετανία προβλέφθηκε από το 1938 και ενσωματώθηκε στην Κόκκινη υπόθεση (δηλαδή σε έναν πόλεμο με τους Δυτικούς με αφορμή την Τσεχοσλοβακία), αλλά το σχετικό σχέδιο διαμορφώθηκε το 1939 και στους πρώτους μήνες του 1940 με την ονομασία Επιχείρηση Θαλάσσιος Λέων προέβλεπε την αποβίβαση μεγάλων δυνάμεων στο νησί ύστερα από εξουδετέρωση της βρετανικής αεροπορίας. Στη βάση της αποτυχίας του Θαλάσσιου Λέοντος εντοπίζεται ένα λάθος υπερεκτίμησης, από γερμανικής πλευράς, των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων και της αμυντικής προετοιμασίας του νησιού. Όμως τη χαριστική βολή στο σχέδιο την έδωσε αναμφισβήτητα η συντριβή της αεροπορίας του Γκέρινγκ στον αγγλικό ουρανό. Mε την έναρξη της αεροπορικής μάχης της Αγγλίας, στα 5.000 γερμανικά αεροπλάνα η ΡΑΦ (Royal Air Force) δεν είχε vα αντιτάξει πάνω από 700. Η μάχη κράτησε από τις 8 Αυγούστου έως τις 5 Οκτωβρίου. Οι απώλειες που υπέστησαν και οι δύο αντίπαλοι ήταν μεγάλες, αλλά οι γερμανικές ήταν πολύ μεγαλύτερες, ώστε κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου δεν μπορούσε να γίνει πια σκέψη για εισβολή στη Μεγάλη Βρετανία. Από τις 17 Σεπτεμβρίου, ο Χίτλερ διέταξε την αναβολή της επιχείρησης Θαλάσσιος Λέων και έδωσε εντολή vα αρχίσουν τα έργα για την οχύρωση των γαλλικών ακτών. Η επίθεση κατά της Ελλάδας. Στις 30 Αυγούστου, το Ράιχ προσέφερε στη Ρουμανία την εγγύησή του (αυτό ήταν μια ένδειξη των νέων επιθετικών προθέσεων της Γερμανίας) και στις 7 Οκτωβρίου ξεκίνησε η κατάληψη της χώρας για την προστασία των πετρελαίων και την εκπαίδευση του στρατού. Αυτό εκνεύρισε τον Μουσολίνι τόσο γιατί θεωρούσε τα Βαλκάνια ζώνη της ιταλικής επιρροής, όσο και γιατί ο Χίτλερ τον έφερνε πάντα προ τετελεσμένων γεγονότων. Και για να τον πληρώσει με το ίδιο νόμισμα, στις 15 Οκτωβρίου αποφάσισε να επιτεθεί εναντίον της Ελλάδας, παρά την αντίθετη γνώμη του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, στρατάρχη Μπαντόλιο, και χωρίς να δώσει πίστη στις απαισιόδοξες εκθέσεις της ιταλικής κατασκοπείας. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα επέδωσε το τελεσίγραφό του, ενώ τα ιταλικά στρατεύματα περνούσαν τα σύνορα από την Αλβανία. Την ίδια μέρα ο Μουσολίνι συναντήθηκε με τον Χίτλερ στη Φλωρεντία, τον πληροφόρησε για την ιταλική επίθεση και τον διαβεβαίωσε πως η κατάληψη της Ελλάδας σήμαινε την κατάληψη όλων των νησιών του Αιγαίου, η οποία θα προσέφερε στον Άξονα νέα επιθετική αεροναυτική βάση στη Μεσόγειο. Η Ελλάδα φρόντισε να τηρήσει αυστηρή ουδετερότητα μέχρι τότε, αν και από καιρό έγιναν ορατές οι ιταλικές προθέσεις. Ήδη στις 7 Απριλίου 1939 (Μεγάλη Παρασκευή), πριν ακόμα από την έναρξη του πολέμου, οι Ιταλοί κατέλαβαν την Αλβανία, αποκαλύπτοντας κατ» αυτόν τον τρόπο τις βλέψεις του Μουσολίνι, ο οποίος ήθελε να μεταβάλει όλη τη Βαλκανική σε δική του σφαίρα επιρροής. Μετά την έναρξη του πολέμου, ο Μουσολίνι άρχισε να σκηνοθετεί προκλήσεις, που κορυφώθηκαν με τον τορπιλλισμό του καταδρομικού Έλλη ανήμερα της γιορτής της Παναγίας στην Τήνο (15 Αυγούστου 1940). Ο Μουσολίνι ονειρευόταν μια εύκολη θριαμβευτική πορεία προς την Αθήνα. Η επίλεκτη μεραρχία αλπινιστών Γιούλια, αφού εισχώρησε αιφνιδιαστικά με τα άρματά της στο ελληνικό έδαφος, υπέστη συντριβή στη μάχη του Μετσόβου και υποχώρησε άτακτα. Στις 22 Νοεμβρίου ο ελληνικός στρατός κατέλαβε την Κορυτσά, τρίτη πόλη της Αλβανίας, που την υπεράσπιζαν 6 ιταλικές μεραρχίες με 72.000 άνδρες. Ακολούθησε η κατάληψη του Αργυροκάστρου, βάσης της πρώτης ιταλικής στρατιάς, και του λιμανιού των Αγίων Σαράντα, που ο Μουσολίνι, για χάρη της κόρης του, μετονόμασε Πόρτο Έντα. Ιταλική αντεπίθεση την επομένη άνοιξη δεν βελτίωσε την ιταλική θέση, ανέκοψε μόνο την ελληνική προέλαση. Ναυτικές επιχειρήσεις στη Μεσόγειο. Οι αεροναυτικές συγκρούσεις στη Μεσόγειο, αν και σχεδόν όλες ευνοϊκές για τις αγγλικές δυνάμεις, δεν προκάλεσαν κρίση στο ιταλικό ναυτικό (ναυμαχία του Ακρωτηρίου Στίλο, 9 Ιουλίου, ναυμαχία της Σικελίας, 11-14 Σεπτεμβρίου, ναυμαχία της Μάλτας, 11-12 Οκτωβρίου) ούτε διέκοψαν την επικοινωνία με τη Λιβύη. Αλλά μέσα στα πλαίσια της εκστρατείας της Ελλάδας, οι Άγγλοι κατάφεραν το πρώτο σκληρό χτύπημα στο ιταλικό ναυτικό με την αεροπορική επίθεση εναντίον της βάσης του Τάραντα (11 Νοεμβρίου 1940), κατά την οποία αχρηστεύθηκαν μερικές μεγάλες ιταλικές ναυτικές μονάδες. Ακολούθησε η ναυμαχία του Ακρωτηρίου Τεουλάντα, στην οποία, για μια ακόμα φορά, η έλλειψη συντονισμού μεταξύ του ιταλικού ναυτικού και της αεροπορίας έδωσε στους Άγγλους σαφή υπεροχή. Στη Λιβύη, από τις 10 Ιουνίου έως τις 16 Σεπτεμβρίου, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν την πρώτη τους επίθεση στα αγγλοαιγυπτιακά σύνορα και έφτασαν στο Σίντι-ελ-Μπαράνι. Αλλά στο διάστημα μεταξύ 8 Δεκεμβρίου 1940 και 9 Φεβρουαρίου 1941 οι Άγγλοι, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Άρτσιμπαλντ Ουέιβελ, ανέλαβαν την αντεπίθεση και κατέλαβαν αστραπιαία όλη την Κυρηναϊκή. Η γερμανική επέμβαση στα Βαλκάνια. Ο Μουσολίνι ζήτησε τη μεσολάβηση του Χίτλερ για τη σύναψη ειρήνης με την Ελλάδα, ο Φίρερ όμως, που είχε ήδη ετοιμάσει τα σχέδιά του για την επίθεση εναντίον της ΕΣΣΔ, δεν μπορούσε vα αφήσει ένα προγεφύρωμα των Άγγλων στη Βαλκανική, εφόσον η απερισκεψία του συνεταίρου του τους έφερε εκεί. Δεν ξεχνούσε ότι στον A» Παγκόσμιο πόλεμο η γερμανική ήττα άρχισε από το μέτωπο της Θεσσαλονίκης. Και έβλεπε την ΕΣΣΔ (εναντίον της οποίας ετοίμαζε επίθεση) να προσπαθεί να του αποσπάσει τα Βαλκάνια, διαπραγματευόμενη τη σύναψη συμφώνων με τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία. Και αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τη Βαλκανική. Σε συνάντηση των Χίτλερ, Μουσολίνι, Ρίμπεντροπ και Τσιάνο στο Μπερχτεσγκάντεν (18-20 Ιανουαρίου 1941) αποφασίστηκε η εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα (επιχείρηση Μαρίτσα). Από αυτή τη στιγμή, τα γεγονότα εξελίχθηκαν ταχύτατα: την 1η Μαρτίου η Βουλγαρία εξαναγκάστηκε να προσχωρήσει στον Άξονα και στις 2 κατελήφθη από γερμανικά στρατεύματα. Στις 24, ο αντιβασιλιάς της Γιουγκοσλαβίας Παύλος υπέκυψε στους Γερμανούς, αλλά στις 27 μια λαϊκή εξέγερση ανέβασε στον θρόνο τον νεαρό βασιλιά Πέτρο, ο οποίος ακύρωσε τις συμφωνίες με τη Γερμανία και κήρυξε επιστράτευση. Στις 5 Απριλίου, η Γιουγκοσλαβία υπέγραψε σύμφωνο φιλίας και μη επίθεσης με την ΕΣΣΔ. Τότε οι Γερμανοί άφησαν τα προσχήματα, και την επομένη άρχισαν την επίθεση (Επιχείρηση 25) με βομβαρδισμό του Βελιγραδίου, κατά τον οποίο σκοτώθηκαν περίπου 20.000 άμαχοι. Tαυτόχρονα, η γερμανική αεροπορία βομβάρδισε τον Πειραιά και άρχισε η επίθεση κατά της Ελλάδας. Η γερμανική κυριαρχία στον αέρα και η έλλειψη κάθε προετοιμασίας των Γιουγκοσλάβων έκανε σχεδόν αδύνατη κάθε αντίσταση. Με εισβολή από τη Βουλγαρία, οι Γερμανοί μπήκαν στο γιουγκοσλαβικό έδαφος, και κατέβηκαν προς τη Θεσσαλονίκη. Έτσι, η μάχη των Βαλκανίων κρίθηκε ουσιαστικά στις πρώτες 72 ώρες. Ο ελληνικός στρατός πρόταξε ηρωική άμυνα, αλλά οι Γερμανοί προωθήθηκαν μαχόμενοι προς τον νότο και συμπλήρωσαν γρήγορα την κατάκτηση της Ελλάδας, παρά τη σκληρή αντίσταση των Ελλήνων και των Άγγλων, κυρίως στον Όλυμπο. Στις 20 Απριλίου ο στρατηγός Τσολάκογλου υπέγραψε τη συνθηκολόγηση. Η άμυνα των Ελλήνων και των Άγγλων επέτρεψε στον ναύαρχο Άντριου Μπράουν Κάνιγκαμ να μεταφέρει (30 Απριλίου – 1η Μαΐου) μέσω της θάλασσας από μικρά λιμάνια της Πελοποννήσου, το μεγαλύτερο μέρος των αγγλικών δυνάμεων προς την Κρήτη, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να κρατήσουν το νησί. Στις 20 Μαΐου άρχισε η επίθεση Γερμανών αλεξιπτωτιστών του στρατηγού Στούντεντ στην Κρήτη, με την αποφασιστική συνεργασία της αεροπορικής στρατιάς του φον Ριχτχόφεν. Παρά τις τρομερές απώλειές τους από την ηρωική άμυνα των εκεί ελληνικών στρατευμάτων και του πληθυσμού, οι Γερμανοί, με συντριπτική υπεροχή στον αέρα, κατόρθωσαν να συμπληρώσουν την κατάληψή τους στις 2 Ιουνίου. Η ελληνική κυβέρνηση κατέφυγε στην Αίγυπτο με σκοπό να συνεχίσει τον πόλεμο με τους Συμμάχους. Το γερμανικό στρατηγικό δίλημμα. Στη γερμανική ανώτατη διοίκηση, που ήταν πλέον στην κυριαρχία της ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη, παρουσιάζονταν δύο δρόμοι: να χτυπήσει τη Βρετανική αυτοκρατορία με μία κίνηση τανάλιας (Μέση Ανατολή – Αφρική) ή να θέσει εκτός μάχης τη Σοβιετική Ένωση, τη μοναδική ηπειρωτική δύναμη που ήταν ακόμα ισχυρή και επικίνδυνη. Στην πρώτη περίπτωση, αν η επιχείρηση είχε επιτυχία, η Μεγάλη Βρετανία θα χτυπιόταν στην καρδιά της αυτοκρατορίας της και θα έχανε τις ανεξάντλητες πηγές πρώτων υλών (αρχίζοντας από το πετρέλαιο). Μια τέτοια όμως επιχείρηση θα χρειαζόταν τουλάχιστον 2 χρόνια, και θα άφηνε στους Σοβιετικούς και στους Αμερικανούς τον καιρό να προωθήσουν τον εξοπλισμό τους ώστε να γίνουν απειλητικοί, ιδιαίτερα αν δημιουργούσαν αργότερα κοινό μέτωπο με τους Άγγλους. Επομένως ήταν προτιμότερο –σκέπτονταν στο Βερολίνο– να βγάλουν πρώτα από τη μέση την ΕΣΣΔ, ώστε να χρησιμοποιήσουν αργότερα στην Αφρική και στην Ασία όλες τις γερμανικές δυνάμεις, χωρίς να φοβούνται πλέον καμιά έκπληξη στην Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, η δυνατότητα να διώξουν τη Μεγάλη Βρετανία από τη Μεσόγειο με την εφαρμογή του σχεδίου Φέλιξ (το οποίο προέβλεπε επίθεση στο Γιβραλτάρ και κατάληψη των ισπανικών Καναρίων Νήσων ως πρόλογο για δράση στο Μαρόκο) παραμερίστηκε μετά την άρνηση του Φράνκο –του οποίου τη συνεργασία θεωρούσαν οι Γερμανοί απαραίτητη– να προσχωρήσει στο σχέδιο που του πρότειναν ο Χίτλερ στη συνάντηση του Αντέ και ο Μουσολίνι στη συνάντηση της Μπορντιγκέρα. Έτσι ο Φίρερ αποφάσισε να συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις για την επίθεση εναντίον της ΕΣΣΔ· την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Η επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Η επίθεση εναντίον της ΕΣΣΔ, έπρεπε vα αρχίσει στις 15 Μαΐου 1941, αλλά η απρόβλεπτη καθυστέρηση της επιχείρησης Μαρίτσα και της Επιχείρησης 25 εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας, ανάγκασε τους Γερμανούς να αναβάλουν την επίθεσή τους για τις 22 Ιουνίου. Οι Γερμανοί συγκέντρωσαν εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης 154 μεραρχίες, από τις οποίες οι 19 θωρακισμένες (3.332 άρματα) και 14 μηχανοκίνητες, στις οποίες μπήκαν ακόμα 34 μεραρχίες και 13 ταξιαρχίες που έστειλαν οι χώρες - δορυφόροι (Φιλανδία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Σλοβακία) και αργότερα η Ιταλία. Οι δυνάμεις αυτές ήταν οργανωμένες σε 3 ομάδες στρατιών: του Βορρά υπό τη διοίκηση του στρατηγού φον Λέεμπ, του Κέντρου υπό τη διοίκηση φον Μποκ και του Νότου υπό τη διοίκηση του στρατηγού φον Ρούντστεντ. Στο φιλανδικό μέτωπο, στις φιλανδικές δυνάμεις, που διοικούσε ο στρατάρχης Μανερχάιμ, προστέθηκε η γερμανική στρατιά του Φάλκενχορστ και το σώμα των αλπινιστών του στρατηγού Ντίτελ. Στον νότο δρούσε και ο ρουμανικός στρατός υπό την αρχηγία του στρατηγού Αντονέσκου. Η επίθεση άρχισε αιφνιδιαστικά στις 3.30» στις 22 Ιουνίου χωρίς να προηγηθεί κανένα τελεσίγραφο και χωρίς καν να καταγγελθεί το Σύμφωνο της Μόσχας. Ο αντικειμενικός στόχος της, ο οποίος συνίστατο στην εκμηδένιση της μαχητικής ικανότητας των σοβιετικών δυνάμεων πριν από τον χειμώνα, επιδιώχτηκε με εξαιρετική αποφασιστικότητα. Η κεραυνοβόλα προέλαση φάνηκε αμέσως να επιβεβαιώνει την ακρίβεια των γερμανικών σχεδίων και να ενισχύει την πεποίθηση, που επικρατούσε στη Δύση, για μια αναπόφευκτη σοβιετική κατάρρευση σε συντομότατο διάστημα. Σε ένα μέτωπο το οποίο εκτεινόταν από τη Βαλτική μέχρι τον Εύξεινο Πόντο, ο γερμανικός στρατός εισχωρούσε στην καρδιά του σοβιετικού εδάφους προχωρώντας από νίκη σε νίκη. Στις 30 Ιουνίου, ο γερμανικός στρατός έφτασε στον Μπερεζίνα και στις 10 Ιουλίου άρχισε την επίθεση εναντίον της λεγόμενης γραμμής Στάλιν, η οποία τον απασχόλησε έως τις 16. Η αντίδραση της βρετανικής κυβέρνησης ήταν κεραυνοβόλα και αποφασιστική. Σε λόγο, που εκφώνησε από το ραδιόφωνο την ημέρα της επίθεσης, ο Τσώρτσιλ δήλωσε: θα δώσουμε στη Σοβιετική Ένωση και στον ρωσικό λαό όλα όσα μπορούμε να δώσουμε και στις 12 Ιουλίου η Μεγάλη Βρετανία και η ΕΣΣΔ υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας. Το τελευταίο 10ήμερο του Ιουλίου εκδηλώθηκε και ο Ρούσβελτ υπέρ της ΕΣΣΔ και μια σοβιετική αποστολή έφτασε στην Ουάσιγκτον, ώστε να διαπραγματευτεί την προσφορά στρατιωτικής βοήθειας σύμφωνα με τον νόμο περί εκμίσθωσης και δανεισμού. Ενώ η γερμανική προέλαση συνεχιζόταν ασταμάτητη, ο Ρούσβελτ και ο Τσώρτσιλ συναντήθηκαν στη Νέα Γη και έστειλαν στον Στάλιν το γνωστό μήνυμα: Συνεργαζόμαστε για να σας προσφέρουμε τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα προμηθειών που μπορεί να χρειάζεστε. Στις 18 Αυγούστου έπεσε η Νάρβα και κυκλώθηκε η Οδησσός και στις 20 κατελήφθη η Χερσώνα. Μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου, οι Γερμανοί εισέβαλαν στο Χάρκοβο και πλησίασαν τη Μόσχα. Στις 21 Νοεμβρίου η στρατιά του φον Κλάιστ κατέλαβε το Ροστόφ. Αντίθετα όμως από τις γερμανικές προβλέψεις, η σοβιετική κατάρρευση απέτυχε και μάλιστα στις 5 Δεκεμβρίου ήταν η σειρά των Ρώσων να σημειώσουν μεγάλη νίκη εναντίον των Γερμανών μπροστά στη Μόσχα, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα και στον τομέα του Ροστόφ οι Σοβιετικοί περνούσαν στην αντεπίθεση. Περλ Χάρμπορ. Στις 7.40» το πρωί στις 7 Δεκεμβρίου 1941, οι ιαπωνικές ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις έκαναν επίθεση εναντίον της ναυτικής βάσης των Ηνωμένων Πολιτειών στο Περλ Χάρμπορ και έθεσαν εκτός μάχης όλο σχεδόν τον αμερικανικό στόλο του Ειρηνικού. Μόνο μία ώρα αργότερα οι Ιάπωνες πληρεξούσιοι Κουρούσου και Νομούρα επέδωσαν στον Λευκό Οίκο την αρνητική απάντηση της κυβέρνησής τους στην τελευταία αντιπρόταση για τη σύναψη ιαπωνοαμερικανικού συμφώνου. Η κατάσταση στην Άπω Ανατολή ήταν στην πραγματικότητα από πολλά χρόνια κρίσιμη και οι Αμερικανοί (1939) κατήγγειλαν την εμπορική συνθήκη με την αυτοκρατορία του Ανατέλλοντα Ηλίου. Οι Ιάπωνες, χωρίς να εντυπωσιαστούν καθόλου, εγκαταστάθηκαν τον Ιούνιο του 1940 στο Τονκίνο και τον Μάρτιο του 1941 εξασφάλισαν τον έλεγχο του Σιάμ, έτσι ώστε η κατάσταση στην Άπω Ανατολή έγινε πολύ δύσκολη για τους Δυτικούς. Η επιθετική ενέργεια της Ιαπωνίας, τοποθετούμενη μέσα στο γενικό πλαίσιο του πολέμου της Ευρώπης, ανάγκασε τον Ρούσβελτ να υπογράψει (Σεπτέμβριος 1940) τον νόμο περί υποχρεωτικής θητείας και τον Μάρτιο 1941 να εφαρμόσει τον νόμο περί εκμίσθωσης και δανεισμού τον οποίο πρόσφατα είχε ψηφίσει το Κογκρέσο. Επειδή θεωρούσε όλο και πιθανότερη τη σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία σκέφτηκε να εξασφαλιστεί με ένα σύμφωνο μη επίθεσης με την ΕΣΣΔ, η οποία γειτόνευε με την Κίνα. Το σύμφωνο αυτό το επιθυμούσαν πολύ και οι Σοβιετικοί, που ανησυχούσαν διαρκώς για την κατάσταση στην Ευρώπη. Οι τελευταίες κινήσεις στη διπλωματική ιαπωνοαμερικανική σύγκρουση μπορούν να θεωρηθούν η ιαπωνική κατάληψη ολόκληρης της γαλλικής Ινδοκίνας (Ιούλιος 1941) και η διατύπωση του Χάρτη του Ατλαντικού (Αύγουστος 1941) από τους Αγγλοαμερικανούς, καθώς και η συμφωνία τους για κοινή δράση στην Άπω Ανατολή. Οι μεγάλες γερμανικές νίκες εναντίον της ΕΣΣΔ έπεισαν και τους Ιάπωνες πως το τέλος του πολέμου δεν θα αργούσε. Ο μετριοπαθής Κονόγιε παραιτήθηκε και τον διαδέχτηκε (Οκτώβριος) ο αδιάλλακτος στρατηγός Τόγιο, στον οποίο οφείλεται η παράταση των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ, ώστε να φτάσει η κατάλληλη στιγμή για την επίθεση. Το ιαπωνικό στρατηγικό σχέδιο καταστρώθηκε και μελετήθηκε με εξαιρετική φροντίδα και προσοχή υπό την άγρυπνη παρακολούθηση του ναυάρχου Γιαμαμότο. Ουσιαστικά, το σχέδιο απέβλεπε στη δημιουργία μιας Μεγάλης Ασίας υπό τον πολιτικοοικονομικό έλεγχο της Ιαπωνίας, που θα προστατευόταν στην περιφέρειά της από μια σειρά φρουρίων. Για να γίνει αυτό, έπρεπε να εξαφανιστούν οι αγγλοαμερικανικοί στόλοι του Ειρηνικού και κατόπιν, με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα, να εκμεταλλευτούν οι Ιάπωνες την κρίση των αντιπάλων ώστε να καταλάβουν τις θέσεις που είχαν προκαθορίσει. Δύο ημέρες μετά το Περλ Χάρμπορ, ο αγγλικός στόλος υπέστη την τύχη του αμερικανικού με την καταβύθιση του Prince of Wales και του Repulse. Ευθύς αμέσως, οι Ιάπωνες άρχισαν τη μεγάλη επίθεση εναντίον των βρετανικών, γαλλικών, ολλανδικών και αμερικανικών κτήσεων στον Ειρηνικό. Η συντριπτική ναυτική υπεροχή, που εξασφάλισαν οι Ιάπωνες, έκανε αδύνατη την εφαρμογή οποιουδήποτε συστήματος άμυνας εκ μέρους των Συμμάχων, που άλλωστε, στη συνάντηση της Ουάσινγκτον (Δεκέμβριος 1941), αποφάσισαν να δώσουν προτεραιότητα στο ευρωπαϊκό μέτωπο, ώσπου το αμερικανικό σχέδιο εξοπλισμών θα τους επέτρεπε να περάσουν στην αντεπίθεση. Το 1942. Το τρίτο έτος του πολέμου ήταν, από πολλές απόψεις, αποφασιστικό. Στο διάστημα αυτό σημειώθηκε η μεγαλύτερη επέκταση της περιοχής που κατέλαβαν οι δυνάμεις του Τριμερούς, αλλά και η αρχή της παρακμής τους. Η Ιαπωνία, που έφτασε να απειλεί την Αυστραλία, ήταν σε θέση να αναγγείλει με το στόμα του πρωθυπουργού της Τόγιο (Φεβρουάριος) τον σχηματισμό της σφαίρας της κοινής ευημερίας για τους λαούς της Μεγάλης Ασίας, αλλά οι ναυμαχίες της θάλασσας των Κοραλλίων (Μάιος) και Μιντγουέι και, προπάντων, οι αεροναυτικές και χερσαίες επιχειρήσεις των Νησιών του Σολομώντα (Αύγουστος – Νοέμβριος) την ανάγκασαν γρήγορα να περιοριστεί σε μια εξαντλητική αμυντική δράση εναντίον ενός εχθρού που γινόταν διαρκώς ισχυρότερος. Η Γερμανία επανέλαβε την άνοιξη την επίθεσή της στην ΕΣΣΔ με νέες δυνάμεις, ισχυρότερα μέσα και τακτικές μεθόδους βελτιωμένες από την πείρα. Αλλά και η ΕΣΣΔ σημείωσε μεγάλες προόδους στην πολεμική προπαρασκευή της. Τον Ιούλιο η ανώτατη γερμανική διοίκηση διέπραξε ένα από τα μεγαλύτερα λάθη, διατάσσοντας ένα μέρος των δυνάμεών της, οι οποίες δρούσαν στον τομέα του Στάλινγκραντ, να στραφεί προς τον Καύκασο. Οι Γερμανοί έφτασαν και ξεπέρασαν τον Δον προχωρώντας προς τον Βόλγα. Το Μαϊκόπ και το Νοβοροσίσκ έπεσαν, το όρος Ελμπρούς στον Καύκασο κατακτήθηκε. Απροσδόκητα όμως το Στάλινγκραντ, πραγματικό κλειδί της στρατηγικής κατάστασης, άντεχε, όπως άλλωστε αντιστεκόταν ηρωικά από καιρό και το Λένινγκραντ. Η άγρια γερμανική επίθεση εναντίον της πόλης, που άρχισε στα τέλη Αυγούστου, συνεχιζόταν σκληρή και αιματηρή· πολεμούσαν στους δρόμους, στα σπίτια αλλά δεν κατόρθωσαν να κάμψουν την αντίσταση των σοβιετικών στρατευμάτων και του πληθυσμού. Σιγά σιγά, εκείνο που αρχικά δεν έδειχνε να είναι τίποτε σοβαρότερο από ένα πρόσκαιρο εμπόδιο, έγινε για τους Γερμανούς ανεπανόρθωτη καταστροφή. Τον Δεκέμβριο, η σοβιετική αντίσταση μετατράπηκε σε επίθεση. Μεγάλος ελιγμός τανάλιας κύκλωσε τις γερμανικές και τις ρουμανικές στρατιές στον τομέα του Στάλινγκραντ. Στις 11 Δεκεμβρίου κυκλώθηκαν και οι ιταλικές δυνάμεις. Ήταν η πρώτη σκληρή ήττα του γερμανικού στρατού. Στο μεταξύ, στην Αφρική, το Afrika Korps, με αρχηγό τον στρατηγό Ρόμελ, αποβιβάστηκε (Φεβρουάριος) στη Λιβύη, και τον Μάρτιο άρχισε η μεγάλη γερμανοϊταλική επίθεση (γρήγορα κατελήφθη η Κυρηναϊκή, εκτός από το Τομπρούκ), η οποία τερματίστηκε στα τέλη Απριλίου. Στη Μεσόγειο, οι δύο αντίπαλοι στόλοι συγκρούστηκαν πολλές φορές με αβέβαιο αποτέλεσμα. Οι Άγγλοι έχασαν οπωσδήποτε το αεροπλανοφόρο Ark Royal και το θωρηκτό Barham, ενώ τα λιμάνια του Γιβραλτάρ και της Αλεξάνδρειας παραβιάστηκαν από ιταλικά επιθετικά μέσα. Από τον Οκτώβριο, όμως, μέχρι τον Δεκέμβριο, οι Άγγλοι εξαπέλυσαν δύο νέες επιθέσεις στη Λιβύη, που σημείωσαν επιτυχία, και στις 29 Δεκεμβρίου, οι βρετανικές δυνάμεις κατόρθωσαν να καταλάβουν την πρωτεύουσα της Κυρηναϊκής, Βεγγάζη. Στο Λονδίνο και στην Ουάσινγκτον, μεταξύ 20 Μαΐου και 2 Ιουνίου, συνήλθε συμμαχική διάσκεψη με σκοπό να μελετήσει τη δυνατότητα ανοίγματος δεύτερου μετώπου. Το θέμα αυτό ήταν εκείνο που σκίαζε τις σχέσεις των Συμμάχων, γιατί οι Σοβιετικοί διαμαρτύρονταν πως τους άφησαν να σηκώσουν μόνοι το βάρος της γερμανικής πολεμικής μηχανής και πως δεν έπαιρναν από τους συμμάχους τους τη βοήθεια που έπρεπε. Από την άλλη μεριά, ο Τσώρτσιλ και ο Ρούσβελτ (και οι αρχηγοί των επιτελείων τους) δεν ήταν σύμφωνοι σχετικά με το σημείο όπου έπρεπε να γίνει μια απόβαση. Ο Τσώρτσιλ, επειδή φοβόταν πιθανή μελλοντική σοβιετική ηγεμονία στα Βαλκάνια, υποστήριζε ότι η απόβαση έπρεπε να γίνει, τουλάχιστον στην προκαταρκτική φάση, στην περιοχή εκείνη όπου, μεταξύ άλλων, δρούσαν ανταρτικές δυνάμεις. Στο σχέδιο αυτό όμως αντέδρασε ο Ρούσβελτ υποστηρίζοντας την ανάγκη αληθινού δεύτερου μετώπου στη Γαλλία. Τελικά, σε νέα διάσκεψη στο Λονδίνο (Ιούλιος), οι Αγγλοαμερικανοί αποφάσισαν να ενεργήσουν πρώτα απόβαση περισπασμού στη βόρεια Αφρική. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε 3 μήνες αργότερα, για να συμπέσει με τη βρετανική επίθεση εναντίον των θέσεων του Άξονα στη Λιβύη. Στις 8 Δεκεμβρίου, αγγλοαμερικανικές δυνάμεις υπό την ηγεσία του στρατηγού Αϊζενχάουερ αποβιβάστηκαν στις ακτές του Μαρόκου και της Αλγερίας –χώρες υπό τον έλεγχο της γαλλικής κυβέρνησης του Βισύ– και προχώρησαν, με γρήγορη προέλαση, μέχρι τα σύνορα της Τυνησίας που, αμέσως μετά τη συμμαχική απόβαση, κατελήφθη από ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις οι οποίες έσπευσαν από τη γειτονική Λιβύη. Από την Καζαμπλάνκα μέχρι την επιχείρηση «Overlord». Η αγγλοαμερικανική διάσκεψη της Καζαμπλάνκα έγινε από τις 14 έως τις 26 Ιανουαρίου 1943. Οι συμφωνίες της διάσκεψης διέλυσαν κάθε αυταπάτη των ηγετών του Άξονα σχετικά με τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης πιθανής ειρήνης. Ο Ρούσβελτ διακήρυξε ότι η συνθηκολόγηση έπρεπε να γίνει άνευ όρων και επέμεινε ότι έπρεπε να δημιουργηθεί, ταυτόχρονα, δεύτερο μέτωπο στη Γαλλία. Προσέκρουσε όμως πάλι στην επίμονη άρνηση του Τσώρτσιλ, που –ενδιαφερόμενος ιδιαίτερα για τη Μεσόγειο– υποστήριζε πως έπρεπε να χτυπήσουν στο υπογάστριο της Ευρώπης, με απόβαση στη Σικελία. Οι Άγγλοι, συνεχίζοντας την προέλασή τους, κατέλαβαν την Τρίπολη στις 23 Ιανουαρίου και ανάγκασαν τους Ιταλογερμανούς να μεταφέρουν την αντίστασή τους στην Τυνησία. Τον Μάρτιο, ο Ρόμελ εγκατέλειψε το Afrika Korps και τον αντικατέστησε ο φον Άρνιμ, ο οποίος συνετρίβη στη μάχη του Μάρετ από τις πολύ ισχυρότερες συμμαχικές δυνάμεις. Στις 12 Μαΐου ο φον Άρνιμ παρεδόθη και την επομένη ακολούθησαν οι Ιταλοί. Στην Ε.Σ.Σ.Δ., στις 2 Φεβρουαρίου παραδιδόταν στους υπερασπιστές του Στάλινγκραντ και η 6η γερμανική στρατιά του φον Πάουλους αφού έχασε 300.000 άνδρες, και λίγες ημέρες αργότερα, πιεζόμενοι από τα στρατεύματα του Ζούκοφ, οι Γερμανοί εγκατέλειψαν τον Καύκασο. Στον Ειρηνικό η κατάσταση χειροτέρευε συνεχώς περισσότερο για τους Ιάπωνες, οι οποίοι, μην μπορώντας να αντισταθούν στην υπεροχή των αντίπαλων δυνάμεων, εγκατέλειψαν στις 7 Φεβρουαρίου τη θέση-κλειδί του Γκουανταλκανάλ. Έτσι, όταν στις 12 Μαΐου άρχισε η τρίτη διάσκεψη της Ουάσινγκτον, οι Σύμμαχοι πέρασαν πια παντού στην επίθεση. Η θέση του Τσώρτσιλ να κερδίσουν καιρό με ενέργειες αντιπερισπασμού στη Μεσόγειο και στα Βαλκάνια δεν βρήκε ούτε τη φορά αυτή σύμφωνο τον Ρούσβελτ και τον στρατηγό Μάρσαλ, οι οποίοι επέμεναν για τη δημιουργία δεύτερου μετώπου στη Γαλλία. Τελικά, το δεύτερο μέτωπο αποφασίστηκε vα ανοιχτεί τον Μάιο του 1944. Οι δύο μεγάλοι συμφώνησαν οπωσδήποτε ότι η κατάληψη της Σικελίας θα γινόταν πριν από την επίθεση εναντίον της Iταλικής χερσονήσου. Η αγγλοαμερικανική απόβαση στη Σικελία (10 Ιουλίου) έγινε σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη της πρώτης μεγάλης σοβιετικής επίθεσης, η οποία απλώθηκε γρήγορα από τη λίμνη Λαντόγκα μέχρι το Κουμπάν. Έτσι, και στα δύο μέτωπα, οι Γερμανοί και οι Ιταλοί καταδικάστηκαν σε δύσκολες αμυντικές μάχες, ενώ στις 19 Ιουλίου ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι συναντήθηκαν στο Φέλτρε. Κατά τη γνώμη των Ιταλών στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών έφτασε η ώρα της αλήθειας, η στιγμή δηλαδή που ο Μουσολίνι όφειλε να θέσει στον Χίτλερ το δίλημμα: ή μαζική βοήθεια προς την Ιταλία ή χωριστή ειρήνη. Αλλά και αυτή η συνάντηση δεν κατέληξε πουθενά· για τους Γερμανούς είχε απείρως μεγαλύτερη σημασία το ανατολικό μέτωπο από ολόκληρη την Iταλική χερσόνησο. Η Συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Όταν ο Ντούτσε γύρισε στη Ρώμη, η ατμόσφαιρα ήταν βαρύτατη. Kάποιες συνοικίες της πόλης βομβαρδίστηκαν· το Παλέρμο παραδόθηκε, το μήνυμα του Ρούσβελτ και του Τσώρτσιλ προς τους Ιταλούς διέλυσε και τις τελευταίες ελπίδες τους για τη βέβαιη νίκη. Μέσα στο κλίμα αυτό συνήλθε στις 24 Ιουλίου το Μέγα Συμβούλιο και κήρυξε επίσημα την πτώση του φασισμού. Την επομένη ο βασιλιάς έπαψε τον Μουσολίνι και ο στρατάρχης Μπαντόλιο ανέλαβε την προεδρία της κυβέρνησης. Παρά τη δήλωση ότι ο πόλεμος συνεχίζεται, οι Ιταλοί ζήτησαν αμέσως να διαπραγματευθούν με τους Συμμάχους την παράδοση, προσπαθώντας συγχρόνως vα αποφύγουν γερμανική επίθεση. Αν και ήταν απασχολημένος με την εξέλιξη του πολέμου στο Aνατολικό Mέτωπο, ο Χίτλερ προσχώρησε στις 17 Ιουλίου στις θέσεις του Επιτελείου του, κατά τις οποίες κρίθηκε σκόπιμο να κρατηθεί η Ιταλία όσο το δυνατό νοτιότερα. Έτσι, άρχισε η επιχείρηση Αλάριχος για την εξουδετέρωση των υπολειμμάτων των αποθαρρυμένων ιταλικών ενόπλων δυνάμεων και την κατάληψη της χερσονήσου. Παρ» όλα αυτά, εφόσον συνεχιζόταν –τουλάχιστον φαινομενικά– η ιταλική συνεργασία, οι Γερμανοί, εξαιρετικά διστακτικοί, ανέβαλαν από μέρα σε μέρα την επιχείρηση, αν και προληπτικά, διέταξαν 20 μεραρχίες να κατεβούν στην Ιταλία. Στις 3 Σεπτεμβρίου οι Ιταλοί, μετά από περίπλοκες διαπραγματεύσεις, υπέγραψαν στο Κασίμπιλε της Σικελίας τη λεγόμενη βραχεία ανακωχή. Στις 8 Σεπτεμβρίου ο Αϊζενχάουερ ανήγγειλε από το ραδιόφωνο την ανακωχή. Στις 9 ο βασιλιάς και ο Μπαντόλιο έφυγαν με στρατιωτική ακολουθία από τη Ρώμη και κατέφυγαν στο Μπρίντεζι. Έτσι, τα ιταλικά στρατεύματα εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους. Μέσα στις συνθήκες αυτές ήταν μάλλον εύκολο στις λιγοστές γερμανικές δυνάμεις να γίνουν κύριοι της Iταλικής χερσονήσου. Ο Μουσολίνι, τον οποίον απελευθέρωσαν Γερμανοί αλεξιπτωτιστές από τη φυλακή του στο Γκραν Σάσο, μεταφέρθηκε στη Γερμανία: λίγο αργότερα γεννήθηκε η Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία και ο Ντούτσε εγκαταστάθηκε στο Σαλό (Μπρέσια). Συμμαχικές επιτυχίες. Η ιταλική συνθηκολόγηση έγινε ανάμεσα στην αγγλοαμερικανική διάσκεψη του Κεμπέκ (Αύγουστος) και τη ρωσοαμερικανική διάσκεψη της Μόσχας (Οκτώβριος). Στην πρώτη σημειώθηκε νέα σύγκρουση απόψεων μεταξύ του Τσώρτσιλ και του Ρούσβελτ· ο Άγγλος πρωθυπουργός, στηριζόμενος στην κατάσταση που δημιουργήθηκε, επέμενε στην αποφασιστική συνέχιση της εκστρατείας της Ιταλίας με σκοπό να φτάσουν μέχρι τις πεδιάδες του Πάδου και από εκεί να προελάσουν προς την Αυστρία και τα Βαλκάνια. Για μια ακόμη φορά όμως, ο Ρούσβελτ και ο Μάρσαλ αντιτάχθηκαν αποφασιστικά σε μια τέτοια απόπειρα διασποράς των δυνάμεων, επιμένοντας ότι η εισβολή έπρεπε να γίνει στη Γαλλία. Η διάσκεψη της Μόσχας, καλά προετοιμασμένη από τον Σοβιετικό πρεσβευτή στην Ουάσινγκτον Γκρομίκο, έγινε μεταξύ του Μολότοφ και του Κορντέλ Χολ, με συμμετοχή του Στάλιν. Η σημασία της είναι εξαιρετικά μεγάλη, διότι το πνεύμα της ειλικρινούς συνεργασίας που επικράτησε υπήρξε αποφασιστικό για τη μετέπειτα δημιουργία του OHE. Οι πολεμικές επιχειρήσεις, στο μεταξύ, προχώρησαν πολύ. Οι Γερμανοί, κάτω από τα αδιάκοπα πλήγματα των Σοβιετικών, εγκατέλειψαν πλέον τη γραμμή του Δνείπερου· το Κίεβο, το Ζιτομίρ και το Γκομέλ επανήλθαν οριστικά στα χέρια των Ρώσων. Στην Άπω Ανατολή, η τακτική του πηδήματος του προβάτου, την οποία εγκαινίασαν ο στρατηγός Μακ Άρθουρ και ο ναύαρχος Νίμιτς, απέδιδε τους καρπούς της· έπεσαν πολλά νησιά και βάσεις, αλλά η Ιαπωνία φαινόταν ακόμα πολύ δυνατή και, κυρίως, δεν ήταν εύκολο να χτυπηθεί στην ηπειρωτική Ασία. Ο Ρούσβελτ, σοβαρά ανήσυχος και γι» αυτό, έκανε τις λεπτές αλλά επανειλημμένες παρακλήσεις στη Μόσχα να ανοίξει και αυτή –μόλις θα ήταν δυνατόν– δεύτερο μέτωπο εναντίον της Ιαπωνίας. Φυσικά όμως, η παράκληση δεν μπορούσε να υποστηριχτεί, όσο δεν άνοιγε το δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη, που από τόσον καιρό ζητούσαν οι Σοβιετικοί. Μόνο στη συμμαχική διάσκεψη της Τεχεράνης (Νοέμβριος 1943) ο Ρούσβελτ και ο Τσώρτσιλ υπέβαλαν στον Στάλιν το λεπτομερές πλέον σχέδιο της επιχείρησης Όβερλορντ, δηλαδή της απόβασης στη Νορμανδία. Ήταν πλέον 1944. Στο ανατολικό μέτωπο οι Σοβιετικοί προχωρούσαν συνεχώς παρ» όλη τη σκληρή αντίσταση (αλλά τώρα μόνο με τη δύναμη της απελπισίας) των Γερμανών. Στα τέλη Ιανουαρίου, το Λένινγκραντ ήταν πια τελείως ελεύθερο από την πολιορκία που συνεχιζόταν από το 1941 (900 ημέρες). Τον Μάρτιο, οι Ρώσοι έφτασαν στα ουγγρικά σύνορα και πλησίασαν στον Προύθο, ενώ οι Γερμανοί υποχώρησαν στη Ρουμανία. Στις αρχές Απριλίου έφτασαν και στα τσεχοσλοβακικά σύνορα. Στις 11 Απριλίου οι Γερμανοί εγκατέλειψαν την Οδησσό. Στην Άπω Ανατολή, οι Αμερικανοί κατελάμβαναν μερικές σπουδαίες ατόλες του Ειρηνικού, αλλά τον Απρίλιο οι Ιάπωνες εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση εναντίον της Kίνας, η οποία τους επέτρεψε να καταλάβουν τη γαλλική Ινδοκίνα. Στις αρχές Μαΐου κατέλαβαν το Ιμπάλ στο Ασάμ. Στο ιταλικό μέτωπο (το οποίο οι Αμερικανοί θεωρούσαν εντελώς δευτερεύον), ο Τσώρτσιλ κατόρθωσε να επιβάλει τη γνώμη του για μιαν απόβαση στο Άντσιο, που όμως, καθώς έγινε με ανεπαρκείς δυνάμεις και κακή διεύθυνση, κινδύνευσε να μεταβληθεί σε καταστροφή. Μόνο τον Μάιο οι Αγγλοαμερικανοί κατόρθωσαν να ενεργήσουν επίθεση που περίπου έπειτα από ένα μήνα τους έφερε στη Ρώμη (4 Ιουνίου). Προς την καρδιά της Γερμανίας. Οι συμμαχικές αποβατικές δυνάμεις αποτελούνταν από 24 μεραρχίες θωρακισμένες, 5 αερομεταφερόμενες και 56 πεζικού. Κανένα συμμαχικό άρμα μάχης δεν ήταν ικανό να συγκριθεί σε δύναμη με τους τελευταίους γερμανικούς τύπους (Koenigstiger και Jagdpanther) ούτε να αντέξει στο αυτοκινούμενο πυροβόλο Elefant. Παρ» όλα αυτά, ο τέλειος σύνδεσμος με τις δικές τους αεροπορικές δυνάμεις κάλυψε, από συμμαχική πλευρά, κάθε ουσιαστική μειονεκτικότητα. Εναντίον των δυνάμεων αυτών οι Γερμανοί φαίνεται ότι παρέτασσαν (στις 6 Ιουνίου) κατά μήκος του τείχους του Ατλαντικού 64 μεραρχίες από τις οποίες 10 Panzer, 5 Panzergrenadiere και Waffen SS και δύο αλεξιπτωτιστών. Μόνο οι τελευταίες όμως ήταν σε θέση vα αντιμετωπίσουν τον πλούσιο οπλισμό των συμμαχικών μεραρχιών. Πρέπει επίσης να προστεθεί, ότι η αεροπορική υπεροχή των Συμμάχων ήταν αναμφισβήτητη. Παρ» όλα αυτά, ένας από τους κύριους λόγους της γρήγορης επιτυχίας της επιχείρησης ήταν η εκλογή του σημείου της απόβασης στον χώρο της Νορμανδίας, ανάμεσα στις αμμουδιές του Καλβαντός και στις ακτές του Κοταντέν, που αποτελούσε το ακραίο σημείο του γερμανικού Δυτικού Τείχους (Westwall). Πράγματι, το γερμανικό στρατηγείο –κακά πληροφορημένο από τη δική του αντικατασκοπεία– πίστευε πως οι Σύμμαχοι θα έκαναν αποβατική απόπειρα στο στενότερο σημείο της Μάγχης, γύρω στο Στενό του Καλαί, και εκεί συγκέντρωσαν τον όγκο των δυνάμεών τους. Συνέτρεξαν ύστερα και άλλοι λόγοι, από τους οποίους αναφέρουμε ότι πλάι στον ανώτατο διοικητή του τομέα, τον φον Ρούντστετ, ο Χίτλερ τοποθέτησε τον θρυλικό Ρόμελ, αρχικά ως επιθεωρητή του Τείχους και κατόπιν (Φεβρουάριος) ως διοικητή της ομάδας στρατιών (Β) που ήταν εγκατεστημένες στη Νορμανδία, στη Βρετάνη, στο Πα ντε Καλαί και στη Φλάνδρα. Δεν υπήρχε καμιά ταυτότητα αντιλήψεων ανάμεσα στους δύο αυτούς ανθρώπους· το αποτέλεσμα ήταν αξιοθρήνητη αποδιοργάνωση των δυνάμεων. Επιπλέον, και ο ίδιος ο Χίτλερ δε συμμεριζόταν τις απόψεις του φον Ρούντστετ και στην πραγματικότητα του αφαίρεσε, την τελευταία στιγμή, τη δυνατότητα να μετακινήσει μερικές από τις καλύτερες μεραρχίες του, θέτοντάς τες υπό τη δική του ανώτατη διοίκηση. Αυτή η απίστευτη σύγχυση των διοικήσεων, όπως είναι ευνόητο, βάρυνε πολύ στην εξέλιξη των αντιαποβατικών επιχειρήσεων, που, επιπλέον, έγιναν ενώ ο Ρόμελ απουσίαζε. Έξι ημέρες μετά την απόβαση, οι Σύμμαχοι απελευθέρωσαν το Καραντάν και στις 27 μπήκαν στο Χερβούργο· η επιχείρηση Όβερλορντ σημείωσε λαμπρή επιτυχία. Στις 9 Ιουλίου έπεσε η Καν, στις 19 το Σεν-Λο. Μεταξύ 31 Ιουλίου και 8 Αυγούστου διασπάστηκε το μέτωπο μεταξύ Αβράνς και Φαλέζ και άρχιζε η συμμαχική προέλαση προς το κέντρο της Γαλλίας. Στις 16 Αυγούστου έγινε η επιχείρηση Άνβιλ - Ντράγκουν, η συμμαχική απόβαση στην Προβηγκία. Στις 18 παραδόθηκε το Παρίσι, στις 28 κατελήφθη η Μασσαλία, στις 3 Σεπτεμβρίου οι Βρυξέλλες, η Λίλη, το Σεντ-Ετιέν. Την άλλη μέρα ήταν η σειρά της Αμβέρσας. Και ενώ στο Παρίσι σχηματιζόταν η πρώτη κυβέρνηση της απελευθέρωσης, οι δυνάμεις του Όβερλορντ και του Άνβιλ - Ντράγκουν ενώθηκαν. Στο ανατολικό μέτωπο, στο μεταξύ, οι Σοβιετικοί εξαπέλυσαν τον Ιούνιο μεγάλη θερινή επίθεση στο κεντρικό και στο νότιο μέτωπο, της οποίας οι προχωρημένες αιχμές έφτασαν στις αρχές Αυγούστου στις πύλες της Βαρσοβίας. Εκεί ο πληθυσμός ξεσηκώθηκε και για 63 ημέρες αγωνίστηκε ηρωικά εναντίον των Γερμανών, περιμένοντας μάταια τη γρήγορη είσοδο του Ερυθρού Στρατού. Αυτός όμως σταμάτησε την επίθεση στο κέντρο και τη μετατόπισε αιφνιδιαστικά και με μεγάλη επιτυχία εναντίον της Ρουμανίας, η οποία συνθηκολόγησε στις 24 Αυγούστου. Στις 16 Αυγούστου ζήτησε και η Φιλανδία ανακωχή, ενώ οι Σοβιετικοί εισέβαλλαν στις Βαλτικές χώρες. Η Βουλγαρία στις 26 Αυγούστου κηρύχτηκε ουδέτερη, αλλά οι Σοβιετικοί, αντιλαμβανόμενοι πως αυτό ήταν τέχνασμα για να αφήσει τους Γερμανούς vα αποσύρουν ανενόχλητοι τις μεραρχίες τους, της κήρυξαν τον πόλεμο. Στις 11 Σεπτεμβρίου, η Βουλγαρία υπέγραψε ανακωχή και σχεδόν ταυτόχρονα οι γιουγκοσλαβικές ανταρτικές δυνάμεις του Τίτο ενώθηκαν με τις σοβιετικές κοντά στο Νεγκοτίν. Αλλά η χαρά για τις στρατιωτικές νίκες μετριάστηκε σημαντικά από τις συζητήσεις που έγιναν στην τρίτη διάσκεψη της Μόσχας (9-20 Οκτωβρίου), όπου παρουσιάστηκαν στο προσκήνιο βασικές αφορμές προστριβής ανάμεσα στους τρεις συμμάχους σχετικά με τα σύνορα της ανασυγκροτούμενης Πολωνίας, που –αντίθετα από τις γνώμες των Αγγλοαμερικανών– ο Στάλιν ήταν αποφασισμένος να τα φέρει στη γραμμή Όντερ - Νάισε. Το έτος έκλεισε με την αιφνιδιαστική επίθεση του φον Ρούντστετ (16 Δεκεμβρίου) στο δυτικό μέτωπο, που πέτυχε τη διείσδυση γερμανικών δυνάμεων μέσα στη συμμαχική παράταξη στις Αρδένες. Επειδή όμως δεν διέθετε αεροπορική υποστήριξη, η επίθεση εξαντλήθηκε σε λίγες εβδομάδες. Στο ανατολικό μέτωπο αντίθετα, τις τελευταίες ημέρες του 1944 οι Σοβιετικοί μπήκαν –έπειτα από σκληρότατες μάχες– στο Βελιγράδι (21 Δεκεμβρίου) και στη Βουδαπέστη (25 Δεκεμβρίου), έχοντας πλάι τους, στην πρώτη από τις πόλεις αυτές, τους αντάρτες του Τίτο, που από την αρχή της φασιστικής κατοχής πολέμησαν εναντίον των δυνάμεων κατοχής με ασύγκριτο θάρρος και με τη θυσία άφθονου αίματος. Το τέλος του πολέμου στην Ευρώπη. Η διάσκεψη της Γιάλτας (Φεβρουάριος 1945) αποφάσισε, σχετικά με την πολεμική στρατηγική, την είσοδο της ΕΣΣΔ στον πόλεμο εναντίον της Ιαπωνίας 3 μήνες μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας. Από την πλευρά του, ο Χίτλερ δεν είχε πειστεί ακόμα ότι ο πόλεμος ήταν χαμένος. Οι στρατηγοί του διατάχθηκαν να εξαπολύουν εδώ και εκεί αντεπιθέσεις, με σκοπό vα αναχαιτίσουν τη συμμαχική πίεση στο ανατολικό και στο δυτικό μέτωπο. Παρ» όλα αυτά, το Μάρτιο, οι Αγγλοαμερικανοί πέρασαν τον Ρήνο στη γέφυρα του Ρεμάγκεν και ξεχύθηκαν στη γερμανική πεδιάδα. Λίγες μέρες αργότερα (24 Μαρτίου), οι Σοβιετικοί άρχισαν τη μάχη για την κατάληψη της Βιέννης. Στους Γερμανούς δεν έμενε άλλο από το να παίξουν το τελευταίο τους χαρτί· να προσπαθήσουν να διαιρέσουν τους Συμμάχους. Έτσι δόθηκε η διαταγή να μην εμποδίζεται η αγγλοαμερικανική προέλαση και να συγκεντρωθεί ολόκληρη η πολεμική δύναμη εναντίον των Σοβιετικών. Αλλά η προσπάθεια δεν είχε αποτέλεσμα ούτε στο πολιτικό ούτε στο στρατιωτικό πεδίο. Πράγματι, στις 6 Απριλίου οι Σοβιετικοί εξαπέλυσαν τη μεγαλύτερη επίθεση ολόκληρου του πολέμου· μέσα σε λίγες ημέρες ανέτρεψαν όλο τον γερμανικό στρατό. Στις 30 Απριλίου τα σοβιετικά άρματα μάχης έφτασαν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από την καγκελαρία του Χίτλερ και το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο δικτάτορας αυτοκτόνησε. Ναυμαχία στη θάλασσα των Φιλιππίνων: αμερικανικά ααποβατικά σε δράση μέσα στο λιμάνι του Σαϊπάν. Η τελευταία πράξη του πολέμου: η δεύτερη ατομική βόμβα πέφτει στο Ναγκασάκι: 9 Αυγούστου 1945. Τα λείψανα της συμμαχικής απόβασης (1944) στις αμμουδιές της Αρομάνς, στη Νορμανδία, μένουν για να θυμίζουν τα τελευταία γεγονότα του Β’ Παγκοσμιου πόλεμου. Αμερικανοί και Σοβιετικοί συναντιούνται στο Ρήνο. Γερμανοί πιάνουν αντάρτες στη Γαλλία. Εικόνα από τον ηρωικό αγώνα της Βαρσοβίας. Η γέφυρα του Ρεμάγκεν, από την οποία πέρασαν οι Σύμμαχοι το Ρήνο. Η επιτυχία της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία βασικά ήταν αποτέλεσμα της τεχνικής υπεροχής των Συμμάχων. Η σοβιετική σημαία υψώνεται στο Ράιχσταγκ, στο Βερολίνο. Αμφίβια μέσα του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού σε δράση κατά τη διάρκεια της αποβίβασης στην Ιβολίμα. Η διάσκεψη της Καζαμπλάνκας (Ιανουάριος 1943): ο Ρούσβελτ, ο Τσώρτσιλ και οι Γάλλοι στρατηγοί Ντε Γκωλ και Ζιρώ συζήτησαν την παράδοση των χωρών του Άξονα χωρίς όρους. Η είσοδος των αγγλοαμερικανικών στρατευμάτων στην Τύνιδα (Μάιος 1943). Η αγγλοαμερικανική απόβαση στη Σικελία ήταν η ουσιαστική εφαρμογή της στρατηγικής του Τσώρτσιλ, κατά την οποία οι Σύμμαχοι έπρεπε να χτυπήσουν «την Ευρώπη στο μαλακό υπογάστριο». Ο Ιταλός βασιλιάς φεύγει από τη Ρώμη, που την απειλούν οι Γερμανοί. Ο Γερμανός στρατάρχης φον Πάουλους παραδίνεται μαζί με τις δυνάμεις του στο Στάλινγκραντ (Φεβρουάριος 1943). Αμερικανοί πεζοναύτες αποβιβάζονται σ’ ένα ερημικό νησί του Ειρηνικού κατά τα τέλη του 1943. Κανένα τελεσίγραφο δεν προανήγγειλε τη γερμανική επίθεση εναντίον της Ε.Σ.Σ.Δ. Τους πρώτους μήνες ο πόλεμος εξελίχτηκε όπως ακριβώς τον πρόβλεπαν τα σχέδια των Γερμανών, οι οποίοι έφτασαν ως τα πρόθυρα της Μόσχας. Η πρωτεύουσα (γερμανικός στρατός μέσα στο Παναθηναϊκό στάδιο) και όλη η Ελλάδα θα ζήσουν τώρα τις μαύρες μέρες της κατοχής. Η αιφνιδιαστική ιαπωνική επίθεση εναντίον του Περλ Χάρμπορ (7 Δεκεμβρίου 1941) εξαφάνισε ουσιαστικά τον αμερικανικό στόλο του Ειρηνικού. Μετά την κατάληψη της Γιουγκοσλαβίας (φωτογραφία από τις επιχειρήσεις), τα γερμανικά στρατεύματα εισβάλανε στην Ελλάδα. Η ελληνική αντίσταση στις δυνάμεις του Άξονα (εδώ, Έλληνες στρατιώτες στην Αλβανία) ανάγκασε το Χίτλερ να επιτεθεί εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης την27 Ιουνίου και όχι στις 15 Μαΐου, όπως είχε αποφασίσει. Στιγμιότυπο από τη φημισμένη «Μάχη της Κρήτης» (20-31 Μαΐου 1941). Κατοχικές δυνάμεις στην Αθήνα. Έλληνες φοιτητές δέχονται επίθεση Ιταλών σε αντιαξονική εκδήλωση στην πλατεία Συντάγματος την 25.3.1943. Αεροπορική επίθεση εναντίον αγγλικής νηοπομπής στα ανοιχτά των βρετανικών νησιών. Φύλλο της εφημερίδας «Καθημερινή», της 29ης Οκτωβρίου 1940, 24 ώρες μετά την εκδήλωση της ιταλικής επίθεσης στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Ιταλός πρεσβευτής επέδωσε στον I. Μεταξά το τελεσίγραφο του Μουσολίνι με το οποίο ουσιαστικά ανακοίνωσε την ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας. Η αποτυχία της γερμανικής αεροπορικής επίθεσης εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας ήταν η πρώτη αποτυχία των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων. Τα νικηφόρα γερμανικά στρατεύματα παρελαύνουν στη λεωφόρο των Ηλυσίων στο Παρίσι. Η ημέρα εκείνη παραμένει μια τραγική σελίδα στην ιστορία της Γαλλίας. Η γερμανική εισβολή στη Νορβηγία (9 Απριλίου 1940) προκάλεσε την επέμβαση των αγγλογαλλικών δυνάμεων, οι οποίες όμως απωθήθηκαν (27 Απριλίου). Στη φωτογραφία, το Νάρβικ στις φλόγες. Το αεροσκάφος FX-936, της στρατηγικής αεροπορίας των Ηνωμένων Πολιτειών. Έχει προέλθει από το αεροσκάφος Λόκχιντ Α-11 και φτάνει ταχύτητα πορείας 3 Mach. (Φωτογραφία Apostolo). Το γερμανικό Jungers Ju-87, το γνωστό Στούκας, το πιο φημισμένο αεροσκάφος κάθετης εφόρμησης του Β’ Παγκοσμιου πόλεμου. Το ιταλικό τρικινητήριο Σαβόια Μαρκέτι S-79, που χρησιμοποιήθηκε για πολλές αποστολές στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου πόλεμου. Το Ντούγκλας DC-3, γνωστό ως Ντακότα, που έπαιξε σημαντικό ρόλο, μετά το 1935, στην ανάπτυξη των εναέριων συγκοινωνιών μέσης απόστασης. Το αμερικανικό Κονσολιτέιντ Β-24 Αιμπεραίητορ. Το αεροπλάνο αυτό χρησιμοποιήθηκε αποτελεσματικά για μαζικούς βομβαρδισμούς. Ένα Σπιτφάιρ και ψηλότερα ένα Χιούρικαν, δυο τύποι καταδιωκτικών που συμβάλανε αποτελεσματικά στην άμυνα των βρετανικών νησιών (1940-43). Το καταδιωκτικό Μέσερμιτ Me-109, που οι Γερμανοί αντέταξαν στο Σπιτφάιρ, με το οποίο παρουσίασε σημαντικές αναλογίες κατασκευής. Δράση περιπόλων στη «Γραμμή Μαζινό». Επί εννέα μήνες (Σεπτέμβριος 1939 - Μάιος 1940) ο γαλλικός και ο γερμανικός στρατός έμεναν αντιμέτωποι χωρίς να γίνεται η παραμικρή πολεμική επιχείρηση. Το γερμανικό υποβρύχιο U-9, το οποίο το Σεπτέμβριο του 1914 βύθισε τρία αγγλικά καταδρομικά. Εξασφαλισμένη έτσι από το ανατολικό μέτωπο, η Γερμανία εισβάλλει στην Πολωνία την 1 Σεπτεμβρίου 1939. Η αξίωση της Ε.Σ.Σ.Δ. προς τη Φιλανδία να της παραχωρήσει βάσεις και εδάφη προκαλεί το σοβιετοφιλανδικό πόλεμο, που κηρύχτηκε στις 30 Νοεμβρίου 1939 και έληξε στις 12 Μαρτίου 1940. Αερομαχία στο δυτικό μέτωπο. Το σύμφωνο μεταξύ της Γερμανίας και της Ε.Σ.Σ.Δ. έκλεισε τη φάση των διπλωματικών διαπραγματεύσεων για την αποφυγή γερμανοσοβιετικής σύγκρουσης. Ο Στάλιν, ο Μολότωφ και ο Ρίμπεντροπ κατά την υπογραφή των συμφωνιών (23 Αυγούστου 1939). Τα πρώτα αμερικανικά στρατεύματα αποβιβάζονται στη Γαλλία (Ιούνιος 1917) λίγους μήνες μετά που οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν στον πόλεμο. Γερμανοί αιχμάλωτοι με αντιασφυξιογόνες προσωπίδες (1915). Το 1916 οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά άρμα μάχης στο μέτωπο. Οι Αγγλογάλλοι αναχαίτισαν τη γερμανική επίθεση στο Μάρνη (Σεπτέμβριος 1914) με μια αντεπίθεση, η οποία στην πραγματικότητα έκρινε την τύχη του A’ Παγκόσμιου πόλεμου. Γερμανικά φλογοβόλα σε δράση. Η παρέλαση γερμανικού στρατού στις Βρυξέλλες. Η εισβολή των γερμανικών δυνάμεων στο Βέλγιο ώθησε τη Μεγάλη Βρετανία να μπει στον πόλεμο. Η πολύχρονη ειρήνη, που απολάμβανε η Ευρώπη από το 1871, διακόπηκε με τη δολοφονία του Αυστριακού διαδόχου στο Σεράγεβο (28 Ιουνίου 1914). Οι Σύμμαχοι μπαίνουν στο Παρίσι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • οικονομία — Ο όρος, ελληνικός που έγινε παγκόσμιος, σημαίνει, στην πρώτη του έννοια, διαχείριση του οίκου· γενικότερα όμως ο. είναι σήμερα η επιστήμη που μελετά την παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση του πλούτου και συγχρόνως τους νόμους που τις… …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Αμερική — I (America) Μία από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη μας· γεωγραφικά χωρίζεται σε τρία τμήματα, τη Βόρεια Α., την Κεντρική Α. (μαζί με τα νησιά της Καραϊβικής θάλασσας) και τη Νότια ή Λατινική Α. Πολιτικά, τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η… …   Dictionary of Greek

  • Αργεντινή — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Συνορεύει ΒΑ με την Ουρουγουάη και τη Βραζιλία, Β με την Παραγουάη, ΒΔ με τη Βολιβία, Δ και ΝΔ με τη Χιλή, ενώ μια χιλιανή στενή λωρίδα γης τη χωρίζει από το έδαφος της Γης του Πυρός. Ανατολικά βρέχεται από τον… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γραμματεία και Λογοτεχνία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ H λέξη ιστορία συνδέεται ετυμολογικά με τη ρίζα Fιδ , η οποία σημαίνει «βλέπω», και υπό αυτή την έννοια ιστορία είναι η αφήγηση που προκύπτει από έρευνα βασισμένη στην προσωπική παρατήρηση. Τα κείμενα των αρχαίων… …   Dictionary of Greek

  • Κρουπ — (Krupp). Επώνυμο οικογένειας Γερμανών μεγαλοβιομηχάνων. Εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Έσεν τον 16ο αι. και η επιχειρηματική τους δραστηριότητα ξεκίνησε περίπου το 1810, με την κατασκευή ενός μικρού χυτηρίου από τον Φρίντριχ Κ. (1787 1826).… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.